Ο Διονύσης Σαββόπουλος κάνει μάθημα Ελληνικών στην Άννα Διαμαντοπούλου

SABBOPOULOSΤα Ελληνικά τραγούδια

«Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων. Τους θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε. Βέβαια, η γλώσσα χωρίς τόνους φάνταζε στα μάτια μου, σαν σεληνιακό τοπίο, αλλά νόμιζα ότι αυτό ήταν μια προσωπική μου εντύπωση, θέμα συνήθειας. Ώσπου συνέβη το εξής:
Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν’ ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό της δισκογραφικής εταιρείας «Λύρα», προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες. Είναι δύσκολο ν’ απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί. Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη, όμως, να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους.. Κι’ όμως, το τραγούδι συνολικά δεν «κύλαγε» όπως λέμε, οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές.
Το πράγμα με απασχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια(….) και τα συνέκρινα μ’ αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διαπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει τη φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα – προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό του ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του – τότε όσο έξυπνη και να’ ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό.
Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ’ ένα ρυθμό ή σ’ ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται.
Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση της ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει . Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο (…)
Μέσα στο στούντιο είχα και δυο εκπλήξεις. Να η πρώτη: προσπαθώντας ν’ ακούσω τη διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα τη φράση: «Λυγά πάντα η γυναίκα». Το «πάντα» ακούγεται ψηλότερα από το «λυγά» που παίρνει περισπωμένη. «Λυγά πάντα η γυναίκα» ακούγεται όμως περιέργως, ψηλότερα κι από το «γυναίκα », που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ’ ένα φίλο και έμαθα ότι η «γυναίκα» οφείλει να παίρνει περισπωμένη, διότι είναι της τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι’ αυτό πήρε οξεία «η γυναίκα».
Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στη φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει «Λυγά πάντα η γυναίκα» λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη. Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ’ έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον.
Ακούστε τις φράσεις :
«Είν’ ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν’ ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω».
Ακουστικώς, δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δυο λέξεις και τις κόλλησα τη μια κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
« Ακριβός…..ακριβώς »
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί, ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:
«Ακριβός….. ακριβώς ».
Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο . Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε και να το πολύ πλουσιότερο του επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό;
Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μου φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μου φάνηκε σαν μια σκαπάνη που κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να «μνημειώσουν» οι Αλεξανδρινοί, δυο χιλιάδες χρόνια πριν .
Τίποτε δεν χάθηκε.
Όλα υπάρχουν.
Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσα μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε τη λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (…).
Τέλος ακούστε τη θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά τη λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιας φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα (….)
Δεν περιφρόνησα καμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρεις φορές τρεις αλήθειες.
Πρώτον: Τα Ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα Ελληνικά πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν δια βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με τη γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα Ελληνικά.
Τρίτον: Τα Ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα Ελληνικά. Απέναντι στα Ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τι να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι.
Ευχαριστώ.»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *