Δὲν ἀντέχει τὸ Χριστὸ ὁ διάβολος

METAMORFOSHΣάββατο Η΄ ἑβδομάδος, Λκ 9,37-43

Πάνω στὸ ὄρος ὅπου ὁ Κύριος μεταφορφώθηκε, οἱ δύο ἄντρες τοῦ ἄλλου κόσμου Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας ἔζησαν στιγμὲς θείας δόξης καὶ ὑπερφυσικοῦ μεγαλείου. Οἱ τρεῖς μαθηταὶ Πέτρος, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης ποὺ παραβρέθηκαν, δὲν ἤθελαν νὰ κατεβοῦν πιὰ στὸν κόσμο· ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμία νὰ μείνουν γιὰ πάντα στὴν κορυφή, ἐκδηλώνοντας μιὰ πρόωρη νοσταλγία.
Τὴν ἄλλη μέρα, καθὼς ὁ Κύριος καὶ οἱ τρεῖς μαθηταί του κατέβαιαναν ἀπὸ τὸ ὄρος, τὸν συνάντησε πολὺς λαός (37).
Ὅπως ἱστορεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος (9,14-15), συζητοῦσαν οἱ ἄνθρωποι μὲ τοὺς γραμματεῖς, ἀλλ᾿ ὅταν εἶδαν ὅτι ἦρθε ὁ Κύριος, θάμπωσαν τὰ μάτια τους ἀπὸ συγκίνησι καὶ πήγαιναν μὲ σεβασμὸ καὶ τὸν χαιρετοῦσαν, διότι ἦρθε τὴν κατάλληλη στιγμή.

Ὅπως βγαίνει ἀπὸ τὰ συμφραζόμενα τῶν εὐαγγελιστῶν, ἡ προσπάθεια τῶν μαθητῶν νὰ βγάλουν τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα δὲν ἔφερε ἀποτέλεσμα, καὶ προφανῶς οἱ ἐμπαθεῖς καὶ χαιρέκακοι γραμματεῖς ποὺ παρακολούθησαν τὸ σκηνικό, τοὺς εἰρωνεύτηκαν καὶ αὐτοὺς καὶ τὸ δάσκαλό τους. Ὁ λαὸς τοὺς ἄκουγε μὲ λύπη, μὴ μπορώντας ν᾿ ἀντιδράσῃ.Τὴν κρίσιμη ἐκείνη ὥρα καταφθάνει δίπλα τους ὁ Ἰησοῦς, καὶ μὲ ἀναπτερωμένο τὸ φρόνημα τρέχουν καὶ τὸν χαιρετοῦν.  Ὁ δὲ Κύριος τοὺς ῥωτᾷ τί συζητοῦν μὲ τοὺς γραμματεῖς.

Πρὶν λοιπὸν τοῦ ἀπαντήσουν ἐκεῖνοι πετάγεται ὁ πατέρας τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ, διότι ἤθελε νὰ δώσῃ ὁ ἴδιος πληροφορίες στὸ Χριστό, γιὰ νὰ τὸν συγκινήσῃ μὲ τὸν πόνο του, καὶ φωνάζει δυνατά, ὥστε νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ φωνή του ἀπὸ τὸ θόρυβο τοῦ ὄχλου. Δὲν ἦταν ὥρα γιὰ χάσιμο!

«Διδάσκαλε», εἶπε, «σὲ παρακαλῶ ῥίξε ἕνα βλέμμα συμπαθείας στὸ μονάκριβο γιό μου. Κατὰ καιροὺς τὸν καταλαμβάνει ἕνα δαιμονικὸ πνεῦμα καὶ τὸ παιδὶ κραυγάζει. Τὸν κάνει νὰ σπαρταράῃ καὶ νὰ βγάζῃ ἀφρὸ ἀπὸ τὸ στόμα· κι ὅταν ἀποχωρῇ, τὸ ἀφήνει ἐντελῶς συντετριμμένο. Παρακάλεσα τοὺς μαθητάς σου νὰ τὸ βγάλουν στὸ διάστημα ποὺ δὲν ἤσουν ἐδῶ, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν (38-40).»

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ἀναφέρει ὅτι ὁ πατέρας χαρακτηρίζει τὴν κατάστασι τοῦ παιδιοῦ σεληνιασμό, δηλαδὴ ἐπιληψία, περιστασιακὸ δαιμονισμό, κάτω ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ ὁποίου τὸ παιδὶ ἄλλοτε πέφτει στὴ φωτιὰ γιὰ νὰ καῇ καὶ ἄλλοτε στὸ νερὸ γιὰ νὰ πνιγῇ. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος ἀπὸ τὴ μεριά του, ὀνομάζει τὴν πάθησι «πνεῦμα ἄλαλον», ποὺ κομματιάζει ψυχικὰ τὸ παιδὶ κὶ ἐκεῖνο ἀφρίζει, τρίζει τὰ δόντια του καὶ πέφτει κάτω ξερό. Οἱ περιγραφὲς καὶ τῶν τριῶν εὐαγγελιστῶν δίνουν τὴν ἴδια εἰκόνα.

Τότε ὁ Κύριος μὲ φανερὴ ἀγανάκτησι ἀποκρίθηκε: «Ὦ γενεὰ ἄπιστη καὶ διεστραμμένη, μέχρι πότε θὰ εἶμαι ἀνάμεσά σας καὶ θὰ σᾶς ἀνέχωμαι;» Καὶ ἀμέσως λέει στὸν πατέρα: «Φέρε ἐδῶ τὸ γιό σου (41).»

Κύριος θέλει νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴ δαιμονόπληκτη κοινωνία, ἡ ὁποία εὐθύνεται γιὰ τὴν κατάστασί της λόγῳ τῆς ἀπιστίας της. Ὁ Θεὸς τὴν εὐεργέτησε, ἀλλ᾿ ἐκείνη δὲν ἐννοεῖ νὰ μετανοήσῃ καὶ ν᾿ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν κόλασί της. Ἐπιρρίπτει εὐθῦνες, ὄχι σὲ συγκεκριμένα πρόσωπα, ἀλλὰ γενικά. Βλέπει τὸ παιδὶ καὶ τὸν πατέρα σὰν φρικτὸ ἀποτέλεσμα  τῆς γενικῆς ἀποστασίας. Θέλει νὰ βοηθήσῃ ἀποφασιστικά, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ δὲν ἦρθε ἀκόμη ἡ ὥρα τῆς τελικῆς συντριβῆς τοῦ διαβόλου, περιορίζεται πρὸς τὸ παρὸν στὴν ἐπὶ μέρους λύσι τοῦ δράματος μὲ τὴν ἐκδίωξι τοῦ δαιμονίου. Καὶ λέει: «Φέρε ἐδῶ τὸ γιό σου.»

Κὶ ἐνῷ ἐκεῖνος προσέρχεται, τὸ δαιμόνιο τὸν συγκλονίζει γιὰ μιὰ τελευταία φορά καὶ τὸν κάνει νὰ σπαρταράῃ σὰν τὸ ψάρι στὴν ξηρά. Ὁ Κύριος τότε ἐπιτιμᾷ τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα, γιατρεύει τὸ παιδὶ καὶ τὸ παραδίδει στὸν πατέρα του. Ὅλοι δὲ οἱ παρόντες ποὺ βλέπουν τὸ γεγονὸς καὶ τὴ δύναμι τοῦ Ἰησοῦ, καταπλήσσονται ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ (42-43).

Τὸ δαιμονικὸ πνεῦμα καταλαβαίνει ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν ἔχει μπροστά του τοὺς μαθητάς, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Διαισθάνεται ὅτι ἡ κυριαρχία του εἶναι ἀπόλυτη, ἐνῷ ἡ δική του τελειώνει σὲ λίγα λεπτά καὶ κάνει τὴν τελευταία ἀπεγνωσμένη ἐπίδειξι τῆς κακίας του μὲ ἀπύθμενη μοχθηρία.

Αὐτὰ ἔκανε ὁ διάβολος στὸν ἀδύναμο ἄνθρωπο, στὸ ταλαίπωρο παλληκάρι. Ἀλλὰ μπροστὰ στὸν Κύριο ἐμφανίζεται ἀνίσχυρος νὰ κάνῃ κάτι ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ διατάσσεται. Μπροστά του εἶναι ἕνα στρατιωτάκι.

Ἡ δύναμι τοῦ Κυρίου, ἀγαπητοί μου, καὶ τώρα ἀπομάκρυνε τὸ κακὸ πνεῦμα καὶ στὸν κατάλληλο καιρὸ θὰ καταλύσῃ ὅλο τὸ σύστημα τοῦ πονηροῦ σὲ βαθμὸ ποὺ δὲν θὰ μπορῇ πιὰ νὰ ἐνοχλῇ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ.

Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *