Ὁ Κύριος ζητεῖ ἄμεση ἀνταπόκρισι

AKOLOUTHEITO_MOIΣάββατο Θ΄ ἑβδομάδος  Λουκᾶ, Λκ 9,57-62

Στὴν περικοπή μας ἔχουμε τρεῖς περιπτώσεις ποὺ ἐννοιολογικὰ εἶναι μεταξύ τους συγγενεῖς. Ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ καταγράφονται καὶ οἱ τρεῖς, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλη, ἀλλ᾿ εἶναι μεταξύ τους ἀνεξάρτητες. Ὁ εὐαγγελιστής, καθὼς καταγράφει τὴν πρώτη, θυμᾶται συνειρμικὰ καὶ τὶς ἄλλες δύο ὅμοιες  καὶ τὶς περνάει κι αὐτὲς στὴν ἴδια συνάφεια.

Στὴν πρώτη λέει κάποιος στὸ Χριστό ὅτι θὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, ἐνῷ στὶς ἄλλες δύο ὁ Χριστὸς τοὺς προσκαλεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν. Ἀλλ᾿ ἂς τὶς δοῦμε μία-μία λεπτομερῶς.

Κάποτε ὁ Χριστὸς περπατώντας μὲ τοὺς μαθητάς του στὸ δρόμο, (ἴσως ὅταν δὲν ἔγινε δεκτὸς ἀπὸ τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ ἀναγκάστηκε ν᾿ ἀλλάξῃ δρομολόγιο καὶ νὰ πάῃ σὲ ἄλλη πόλι), τοῦ εἶπε κάποιος:
-Κύριε, ὅπου κι ἂν πᾶς, θὰ σὲ ἀκολουθήσω.
Καὶ τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς:
-Εὐχαρίστως, ἀλλὰ νὰ ἔχῃς ὑπ᾿ ὄψι σου ὅτι αὐτὸς ποὺ θέλεις ν᾿ ἀκολουθήσῃς εἶναι πάμφτωχος καὶ ἄστεγος. Γιὰ νὰ καταλάβῃς, ἀρκεῖ νὰ σοῦ πῶ ὅτι οἱ ἀλεποῦδες ἔχουν φωλιὲς καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ τὰ κονάκια τους, ἀλλ᾿ ὁ γιὸς τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει ποῦ νὰ γείρῃ τὸ κεφάλι του (57-58).

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μιλάει γιὰ συγκεκριμένο πρόσωπο. Δὲν λέει «κάποιος», ἀλλὰ «ἕνας γραμματεύς». Προφανῶς, ὁ γραμματεὺς ἦταν εἰλικρινὴς κὶ ἐνθουσιώδης ἄνθρωπος, ποὺ συναρπάχτηκε ἀπὸ τὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου, θεώρησε εὐτυχισμένους τοὺς στενότερους μαθητάς του καὶ ἐντελῶς αὐθόρμητα ἐκδήλωσε κι αὐτὸς τὴν ἐπιθυμία στὸν Κύριο νὰ γίνῃ στενὸς ἀκόλουθός του.

Ὁ καρδιογνώστης Κύριος ὅμως, ποὺ ἤξερε κατὰ πόσο θὰ μπορέσῃ ν᾿ ἀντέξῃ στὶς ταλαιπωρίες ποὺ ἀπαιτεῖ μιὰ τέτοια ἀπόφασι, δὲν τοῦ λέει ὄχι, ἀλλὰ τοῦ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων τὶς προὑποθέσεις καὶ τὶς συνθῆκες. «Ὅσοι μὲ ἀκολουθοῦν», τοῦ λέει, «ζοῦν ὅπως ἐγώ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δική μου στέγη· τὸ στοιχειῶδες αὐτὸ δικαίωμα, ποὺ τὸ ἔχουν ὄχι μόνο οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ τ᾿ ἀγρίμια καὶ τὰ πουλιά, θέλω νὰ τὸ στεροῦμαι καὶ συχνὰ δὲν ἔχω ποῦ ν᾿ ἀκουμπήσω τὸ κεφάλι μου γιὰ νὰ κοιμηθῶ ἢ νὰ ξεκουραστῶ. Καὶ οἱ ἀκόλουθοί μου τὸ ἴδιο. Ἂν μπορῇς νὰ τὸ ἀντέξῃς, ἔλα.»

Δὲν μᾶς λέει ὁ εὐαγγελιστὴς τί ἔκανε τελικὰ ὁ γραμματεύς, ἀλλὰ καταλαβαίνουμε ὅτι μᾶλλον δὲν εἶχε τὴν ἀπαιτούμενη αὐταπάρνησι.

Στὴ δεύτερη περίπτωσι ὁ Κύριος προσκαλεῖ κάποιον ἄλλον λέγοντάς του:
– Ἀκολούθα με!
Ἀλλ᾿ ἐκεῖνος τοῦ ἀπαντᾷ:
– Ἐπίτρεψέ μου νὰ πάω νὰ γηροκομήσω καὶ νὰ θάψω πρῶτα τὸν πατέρα μου κὶ ἔρχομαι νὰ σ᾿ ἀκολουθήσω.
Καὶ τοῦ λέει ὁ Ἰησοῦς:
– Ἄφησε τοὺς ἄλλους σπιτικούς σου, ποὺ γιὰ τὰ πνευματικὰ στὰ ὁποῖα σὲ καλῶ εἶναι ἐντελῶς ἄσχετοι καὶ νεκροί, νὰ θάψουν τοὺς σωματικὰ νεκρούς των. Ἐνῷ ἐσὺ ξεχώρισε τὴ θέσι σου καὶ ἀνάλαβε νὰ ἐξαγγέλῃς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.» (59-60)

Πρόθυμος αὐτὸς στὴν πρόσκλησι τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἱεραρχήσῃ τὶς προτεραιότητες. Ὁ Κύριος τὸν καλεῖ νὰ τὸν κάνῃ κήρυκα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς τοῦ μιλάει γιὰ τὴ γηροκόμησι τοῦ πατέρα του.

Τὸ λάθος του εἶναι ὅτι ὡς πρώτη προτεραιότητα θεώρησε τὸ καθῆκον ἀπέναντι στὸν πατέρα του, καὶ ὡς δεύτερη τὸ κήρυγμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ὅτι κὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἱερό, ἀφοῦ ὁ Θεὸς ὁρίζει τὴν τιμὴ καὶ τὸ σεβασμὸ στὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα, ἀλλὰ τὸ καθῆκον αὐτὸ δὲν συγκρίνεται μὲ τὸ κήρυγμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τὴ γηροκόμησι ἐξ ἄλλου μποροῦν νὰ τὴν κάνουν καὶ ἄλλοι σπιτικοί.

Στὴν τρίτη περίπτωσι δὲν προκύπτει ἀπὸ τὸ ἱερὸ κείμενο τοῦ ἀναγνώσματος ὅτι τὸν κάλεσε ὁ Κύριος, ἀλλ᾿ ἀπὸ τὴν ἀπάντησί του φαίνεται ὅτι προηγήθηκε πρόσκλησι τοῦ Κυρίου. Κι ἐκεῖνος λέει στὸν Κύριο:
– Θὰ σὲ ἀκολουθήσω, Κύριε, ἀλλ᾿ ἐπίτρεψέ με πρῶτα νὰ πάω ν᾿ ἀποχαιρετήσω τοὺς οἰκείους μου.
Καὶ τοῦ λέει ὁ Κύριος:
– Ὁ ὀργωτής, δηλαδὴ ὁ κήρυκας τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔβαλε τὸ χέρι του στὸ ἀλέτρι καὶ δὲν κυττάζει μπροστά του, ἀλλὰ γυρίζει τὸ κεφάλι του πρὸς τὰ πίσω, δὲν εἶναι κατάλληλος γιὰ τὴ δουλειὰ αὐτή (61–62).

Κύριος καὶ πάλι ζητάει ἀμεσότητα ἀνταποκρίσεως στὴν πρόσκλησί του. Ἅπαξ καὶ ἀνέλαβες νὰ κηρύξῃς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι τὸ πρῶτο καὶ μέγιστο ἔργο, μὴν ἀσχολῆσαι μὲ συναισθηματισμοὺς καὶ ἀποχαρετίσματα τῶν οἰκείων, οἱ ὁποῖοι μὲ τὰ κλάματά τους μποροῦν νὰ ματαιώσουν τὴν ἀπόφασί σου.

Σύμφωνα μὲ τὰ ὅσα λέει ὁ Κύριος στὶς τρεῖς περιπτώσεις, γιὰ νὰ γίνῃ κανεὶς ἀκόλουθός του ὅπως οἱ δώδεκα, πρέπει νὰ δοθῇ μὲ τὴν ψυχή του καὶ τὸ σῶμα του στὸ ὕψιστο ἔργο γιὰ τὴν ἐξάπλωσι τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἄμεσος ἀκόλουθος τοῦ Χριστοῦ δὲν περιορίζει τὸ ἐνδιαφέρον του μόνο  γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλ᾿ ἐξαντλεῖ τὶς δυνάμεις του στὸ νὰ σώσῃ καὶ ἄλλους πολλούς. Οἱ δώδεκα μαθηταὶ τοῦ Κυρίου εἶναι φωτεινὸ παράδειγμα αὐταπαρνήσεως.

Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *