Συμπόνια στὸν ἀνθρώπινο πόνο

IHSOUS_THERAPEUEIΣάββατο ΙΓ΄ ἑβδομάδος Λουκᾶ, Λκ 14,1-11

Κύριος δὲν παραιτοῦνταν ἀπὸ τὸ νὰ συναναστρέφεται κάποτε καὶ μὲ τὴ θρησκευτικὴ τάξι τῶν φαρισαίων, παρ᾿ ὅλο ὅτι οἱ φαρισαῖοι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν παρεξήγησαν καὶ τὸν μίσησαν, βλέποντάς τον ὡς ἐπικίνδυνο ἀνταγωνιστή τους.

Προφανῶς, τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ νὰ κερδίσῃ καὶ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν τάξι κάποιες ψυχές, ὅπως καὶ κέρδισε. Τὸ ἔκανε ὅμως καὶ γιὰ νὰ μὴν κατηγορηθῇ ἀργότερα ὅτι ἡ ἐχθρικὴ στάσι τῶν φαρισαίων ἀπέναντί του ὀφείλεται στὴν ἔλλειψι ἐνδιαφέροντος γι᾿ αὐτοὺς ἀπὸ μέρους του. Ὄχι, ὁ Χριστὸς θέλει τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀρκεῖ νὰ τὴ θέλουν καὶ οἱ ἄνθρωποι. Κι ὅταν συναντοῦσε καλοπροαίρετο φαρισαῖο, ὅπως τὸ Νικόδημο, ἦταν πρόθυμος νὰ κουβεντιάζῃ μαζί του ὅλη τὴ νύχτα.

Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ εὖρος τῆς καρδιᾶς του ἐντάσσεται καὶ ἡ ἐπίσκεψί του στὸ σπίτι τοῦ φαρισαίου, γιὰ τὴν ὁποία μᾶς μιλάει τὸ ἀνάγνωσμα αὐτό.

Συνέβη κάποτε, ἱστορεῖ ὁ Λουκᾶς, νὰ ἔρθῃ στὸ σπίτι ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες, τοὺς γνωστοὺς πλουσίους καὶ διασήμους φαρισαίους ἡμέρα Σάββατο, γιὰ νὰ φάῃ ψωμί. Στὸ τραπέζι ὅπου προσκλήθηκε ἦταν καὶ ἄλλοι φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι παρατηροῦσαν σχολαστικὰ ὅλες τὶς κινήσεις του καὶ τὰ λόγια του, μήπως κάνῃ κάτι παράνομο σὲ ἡμέρα ἀργίας (1). Μὲ ἁπλᾶ λόγια, πίσω ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ εἶχαν στημένη παγίδα.

Καὶ πέρα ἀπὸ κάθε προσδοκία, μπροστά του στέκονταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔπασχε ἀπὸ ὑδρωπικία (2).

Πῶς βρέθηκε ἐκεῖ; Τυχαίως; ἦταν συγγενὴς ἢ φίλος τῆς οἰκογένειας; Δὲν διευκρινίζεται. Πάντως, πρὶν νὰ ἐπισημανθῇ ἡ παρουσία τοῦ ὑδρωπικοῦ, οἱ φαρισαῖοι, ὅπως ἐλέχθη, παρατηροῦσαν ἐξονυχιστικὰ τὸν Ἰησοῦ, ποὺ σημαίνει ὅτι ἤξεραν ὅτι θὰ ἔρθῃ ὁ ἀσθενής. Καὶ ποιός μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν τὸν ἔμπασαν μέσα νωρίτερα οἱ ἴδιοι γιὰ νὰ προκαλέσουν ζήτημα;

Ἡ ὑδρωπικία εἶναι μιὰ ἀσθένεια, ὅπως λένε τὰ λεξικά, κατὰ τὴν ὁποία παρατηρεῖται μὴ φυσιολογικὴ συγκέντρωσι ὀρρώδους ὑγροῦ σὲ κοιλότητες καὶ ἱστοὺς τοῦ ὀργανισμοῦ, ποὺ ὀφείλεται σὲ διαταραχὴ τῆς λειτουργίας τοῦ μεταβολισμοῦ. Εἶναι ἀρρώστια γνωστὴ ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ ἀρχαίου ἰατροῦ Ἰπποκράτους. Τὴν ἀναφέρουν καὶ ἄλλοι Ἕλληνες ἰατροί, ὅπως ὁ Ἀρεταῖος (70 μ.Χ.), καὶ ὁ Γαληνός (130-200 μ.Χ.). Ὁ Λουκᾶς ὡς ἰατρὸς καὶ γνώστης τῶν ἀσθενειῶν, μᾶς δίνει τὴν ἀκριβῆ ὁρολογία τῆς ἀρρώστιας, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔπασχε ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρέθηκε ἐκεῖ.

Ἂν οἱ φαρισαῖοι προκάλεσαν τὸν Ἰησοῦ, τώρα τοὺς προκαλεῖ ἐκεῖνος. Σίγουρα ξέρει ὅτι περιμένουν νὰ δοῦν πῶς θ᾿ ἀντιδράσῃ. Τὸ βλέπει στὰ μάτια τους. Ἀπαντᾷ λοιπὸν πρὸς τοὺς παρισταμένους νομικοὺς καὶ φαρισαίους μὲ τὸ ἐρώτημα:
– Ἐπιτρέπεται τὸ Σάββατο νὰ θεραπεύῃ κανεὶς ἀρρώστους; (3).

Τί ν᾿ ἀπαντήσουν; Ὄχι; Ἀλλ᾿ ὁ Νόμος εὐνοεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Καὶ γιατί νὰ φανοῦν αὐτοὶ σκληροὶ στὸν πόνο τοῦ ἀρρώστου, ἀφοῦ ἤξεραν ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ τοῦ δείξῃ ἀμέσως τὴ συμπόνια του; Ν᾿ ἀπαντήσουν, ναί; Δὲν τὸ δικαιολογοῦσε ἡ νοσηρὴ  εὐαισθησία τους, ἡ σχετικὴ μὲ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Κι ἔτσι σιωποῦν. Ἅρπαξε λοιπὸν τὴν ἀμηχανία τους ὁ Χριστός, ὡς ἀδυναμία ἀπαντήσεως, τὸν γιάτρεψε καὶ τὸν ἄφησε ἐλεύθερο νὰ φύγῃ (4).

Καὶ μιὰ καὶ δὲν τόλμησε κανένας νὰ τὸν ἐπικρίνῃ γιὰ παράβασι τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου, βρίσκει κατάλληλη τὴν εὐκαιρία καὶ τοὺς ῥωτάει: «Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι τὸ παιδὶ ἢ τὸ βόδι κάποιου ἀπὸ σᾶς πέφτει στὸ πηγάδι. Δὲν θὰ σπεύσῃ ἀμέσως νὰ τὸ βγάλῃ μὲ πολλὴ ἐργασία τὴν ἡμέρα αὐτὴ τῆς ἀργίας;» Σὰ νὰ τοὺς ἔλεγε: «Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δίλημμα, ἀλλὰ κάτι τὸ αὐτονόητο καὶ φυσικό». Καὶ μὲ τὴν ἴασι λοιπὸν καὶ μὲ τὸ ἐπιχείρημα, δὲν μπόρεσαν νὰ ποῦν οὔτε λέξι ἐναντίον του. Ἀποστομώθηκαν (5-6).

Μετὰ ἀπὸ αὐτό, ὁ Κύριος δίνει ἕνα ἄλλο μάθημα στοὺς παρακαθήμενους στὸ τραπέζι τοῦ φαρισαίου. Τὸ μάθημα τῆς ταπεινοφροσύνης. Ἀφορμὴ παίρνει ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ προσερχόμενοι στὸ τραπέζι διάλεγαν τὶς πρῶτες καὶ ἐπίσημες θέσεις. Τὸ εἶχε προσέξει. Κὶ ἔκανε μιὰ σύγκρισι ἀνέμεσα σ᾿ αὐτὴν τὴν ἐγωϊστικὴ ἐπιλογή τους καὶ στὸ σωστὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνουν.

Τοὺς λέει: «Ὅταν κληθῇς ἀπὸ κάποιον σὲ γαμήλιο τραπέζι, μὴν πᾷς νὰ γείρῃς (αὐτὴ τὴ θέσι ἔπαιρναν) στὴν πρώτη θέσι, μήπως ἔχῃ κληθῆ ἀπὸ τὸν τελοῦντα τὸ γάμο κάποιος ἀνώτερος κοινωνικά, καὶ ἔρθῃ αὐτὸς ποὺ σᾶς κάλεσε καὶ τοὺς δυὸ καὶ σοῦ πῇ: – Δῶσε σ᾿ αὐτὸν τὴ θέσι αὐτή· καὶ μένοντας χωρὶς θέσι θ᾿ ἀρχίσῃς νὰ ψάχνῃς ἄλλη θέσι καί, ἐπειδὴ ὅλες θὰ εἶναι πιασμένες, θὰ καθίσῃς ντροπιασμένος στὴν τελευταία (8-10).»

Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, ὅταν κληθῇς, πήγαινε καὶ γεῖρε στὴν τελευταία θέσι. Ἔτσι, ὅταν θὰ ἔρθῃ αὐτὸς ποὺ σὲ κάλεσε, θὰ σοῦ πῇ: «Φίλε, πιάσε μιὰ θέσι πιὸ πάνω καὶ πιὸ μπροστά. Τότε θὰ σοῦ δοθῇ δόξα μπροστὰ σὲ ὅλους ὅσους παρακάθονται μαζί σου στὸ τραπέζι. Διότι καθένας ποὺ ὑψώνει τὸν ἑαυτό του, θὰ ταπεινωθῇ καὶ αὐτὸς ποὺ τὸν ταπεινώνει θὰ δοξαστῇ (11).»

Ἡ προτροπὴ τοῦ Κυρίου σχετικὰ μὲ τὴν πρωτοκαθεδρία ἐξεταζόμενη αὐτὴ καθ᾿ ἑαυτὴν φαίνεται νὰ μὴν ἔχῃ σχέσι μὲ τὰ πνευματικὰ ζητήματα, γιὰ τὰ ὁποῖα μιλοῦσε πάντοτε ὁ Κύριος. Εἶναι σωστή, ἀλλ᾿ ἔχει σχέσι μὲ τὸ κοσμικὸ πρωτόκολλο, ὅπως τὸ λένε σήμερα οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὶς δημόσιες ἐθιμοτυπίες. Νὰ δεχτοῦμε λοιπὸν ὅτι ὁ Κύριος ἀσχολεῖται μὲ ἀνάξια λόγου ζητήματα;

Ὄχι, βέβαια. Διότι μὲ τὴν ὑπόδειξί του αὐτὴ διδάσκει τὸ ἴδιο μήνυμα καὶ μὲ τὸ ἄλλο ἐκεῖνο: «Οἱ πρῶτοι ἔσονται ἔσχατοι καὶ οἱ ἔσχατοι πρῶτοι», ποὺ τὸ εἶπε γιὰ ζητήματα πνευματικά. Οὔτε λέξι τοῦ Χριστοῦ λοιπὸν δὲν λέχτηκε χωρὶς νὰ ἔχῃ σημασία γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἂς προσέχουμε πολὺ τὰ λόγια του λέξι πρὸς λέξι, γιὰ ν᾿ ἀνακαλύπτουμε τὰ σπουδαῖα καὶ σωτήρια μηνύματά τους. Ὄχι αὐτοεκτίμησι τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλλὰ ν᾿ ἀφήνουμε τὸ ἔργο αὐτὸ στὸ Θεό.

Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *