Φώτιος – Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

FOTIOS_KONSTANTINOUPOLEOS6 Φεβρουαρίου, Φωτίου

Εἶναι λυπηρὸ ὅτι ἡ ἀκολουθία τοῦ ἱεροῦ Φωτίου, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη τιμᾶται στὶς 6 Φεβρουαρίου, δὲν ἀνευρίσκονταν στὰ μηναῖα τῆς ἐκκλησίας. Ὁ Κύριος γνωρίζει ποιοί εἶναι οἱ λόγοι ποὺ ὁ Φώτιος, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἐκκλησιαστικὲς προσωπικότητες, πέρασαν δέκα περίπου αἰῶνες γιὰ νὰ μπῇ στὶς μέρες μας στὰ βιβλία τῆς ἐκκλησίας! Ἡ ἡμέρα ἐκείνη θὰ τὸ ἀποκαλύψῃ.

Ὁ Φώτιος (820-891) γεννήθηκε στὴ Βασιλεύουσα ἀπὸ γονεῖς ποὺ κατεῖχαν μεγάλα ἀξιώματα καὶ εἶχαν ἀριστοκρατικὴ καὶ εὐγενῆ καταγωγή. Ὁ Σέργιος καὶ ἡ Εἰρήνη, εὐλαβέστατοι Χριστιανοί, μαρτύρησαν στὰ ἄστατα χρόνια τῆς εἰκονομαχίας καὶ γιορτάζονται σὰ μάρτυρες στὶς 13 Μαΐου. Ὁ ἐξ αἵματος εὐγενὴς καὶ πλούσιος οἰκονομικὰ γιός τους Φώτιος, λόγῳ καὶ τῆς ἐκτάκτου εὐφυΐας του, πῆρε καλὴ μόρφωσι. Ὅπως ὁμολογεῖ ἕνας ἀντίπαλός του, διδάχτηκε «μαθήματα γραμματικῆς καὶ ποιήσεως, ῥητορικῆς τε καὶ φιλοσοφίας καὶ δὴ καὶ ἰατρικῆς καὶ πάσης ὀλίγου δεῖν (= σχεδὸν) ἐπιστήμης τῆς θύραθεν»[1]. Νωρὶς τέλειωσε τὶς σπουδές του καὶ δίδαξε στὰ ἀνώτατα διδακτήρια τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς καθηγητής.

Αἰῶνες εἶχε νὰ ἐμφανιστῇ στὸ στερέωμα τῆς ἐκκλησίας, ἄνθρωπος τέτοιων καταπληκτικῶν ἱκανοτήτων ἤθους καὶ δραστηριότητος. Φιλομαθής, πολυμαθής, ὀξύνους, ξεπέρασε στὴ σοφία ὅλους τοὺς συγχρόνους του. Δὲν ὑπῆρξε τομέας στὴν πολιτικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ ζωή, στὸν ὁποῖο νὰ κατέγινε καὶ νὰ μὴ διέπρεψε. Ἀνέβηκε μὲ τὴν ἀξία του στὰ ὑψηλότερα ἀξιώματα τῆς πολιτείας καὶ στὴ συνέχεια τῆς ἐκκλησίας. Ἔγινε πρωτοσπαθάριος (= ἀρχηγὸς τῆς φρουρᾶς τοῦ αὐτοκράτορος), πρωτοασηκρῆτις (= γενικὸς γραμματέας τοῦ κράτους) καὶ συγκλητικὸς (= βουλευτής).

Παράλληλα, ὁ Φώτιος ἦταν καὶ πιστὸς καὶ εὐλαβὴς καὶ ἐνάρετος καὶ ταπεινὸς καὶ κατὰ Θεὸν σοφός. Ἡ ὀρθόδοξη ἀνατολικὴ ἐκκλησία, ἐπωφελούμενη τὰ σπάνια χαρίσματά του, τὸν ἀξιοποίησε.

Ἦταν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία τὸ σκάφος της δερνόταν ἀπὸ τὴ μιὰ ἀπὸ τὰ ἄγρια κύματα τῶν ἐσωτερικῶν διαταραχῶν καὶ αἱρέσεων καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀπὸ τὴν ἀδηφάγο πλεονεκτικότητα τοῦ παπισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἅπλωνε τὰ πλοκάμια του αὐθαιρέτως μέχρι τὴν ἀνατολή, στηριζόμενος στὴν ψευδο-κωνσταντίνεια δωρεὰ[2] καὶ στὶς ψευδοϊσιδώρειες διατάξεις[3], μὲ προφανῆ σκοπὸ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ παπικὸ βέτο στὴν ἁπανταχοῦ γῆς ἐκκλησία. Σὲ μιὰ τέτοια ἐποχὴ, ἡ ἐκκλησία προώθηκε τὸ Φώτιο ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ διακόνου μέχρι τοῦ πατριάρχου σὲ 7 μέρες.

Στὴ δεκαετία 857-867 μὲ τὸ Φώτιο πατριάρχη, αὐξήθηκε τόσο πολὺ τὸ κῦρος τῆς ἀνατολικῆς ἐκκλησίας, ὥστε ὁ πάπας μὲ ἀνησυχία ἔβλεπε νὰ ματαιώνωνται ὅλες οἱ βλέψεις του. Ὁ Φώτιος διωργάνωσε τὸν κλῆρο, συγκάλεσε συνόδους, ἀπέστειλε ἱεραποστολὲς στὶς σλαυϊκὲς χῶρες καὶ τὶς ἐκχριστιάνισε ὅλες, μειώνοντας ἀφάνταστα τὴν ἐπιρροὴ τοῦ παπισμοῦ.

Κάθε μεγάλο ἔργο ὅμως δὲν ἦταν δυνατὸν παρὰ νὰ πολεμηθῇ. Πολιτικὲς διαταραχὲς κατεβάζουν τὸ Φώτιο ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος δὲν ἔχασε τὴν ψυχραιμία του. Μὲ αἰσθήματα μεγαλοψυχίας ὑπέμεινε τὴν ταπείνωσι αὐτή, ἕως ὅτου ἐπανῆλθε στὴν  πατριαρχική του ἐξουσία γιὰ ἄλλα ὀχτὼ χρόνια (878-886), ὅταν ἀπὸ τὸ Λέοντα σοφὸ ἀπομακρύνθηκε ὁριστικά καὶ μετὰ δέκα χρόνια ἰδιωτικῆς ζωῆς ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ.

Τὸ μεγαλύτερο ἔργο τῆς δεύτερης πατριαρχικῆς θητείας του ἦταν ἡ σύγκλησι τῆς Η´ οἰκουμενικῆς συνόδου τὸ 879, ἡ ὁποία ἔδωσε τὸ ἰσχυρότερο μάθημα στὴν παπικὴ αὐθαιρεσία. Κατ᾿ αὐτὴν καταδικάστηκε τὸ Filioque σὰν διδαχὴ καὶ προσθήκη στὸ σύμβολο τῆς πίστεως, ἀγνοήθηκε παντελῶς τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα Ῥώμης καὶ τὸ ἔκκλητο[4], ἀποκρούστηκε ἡ συζήτησι γιὰ τὴ Βουλγαρία, ἐπικυρώθηκε ἡ ἐγκυρότητα τῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ Φωτίου ἀπὸ ὅλα τὰ πατριαρχεῖα, ὑπερθεματίζοντος καὶ τοῦ πάπα Ῥώμης, ἀναθεματίστηκαν ὅλες οἱ κατὰ τοῦ Φωτίου σύνοδοι ποὺ ἔγιναν στὴ Ῥώμη καὶ στὴν Κωνσταντινούπολι.λα ατ ταπεινωμένος, τ πέγραψε κα πάπας ώμης κα ο κπρόσωποί του. Αὐτὴ εἶναι ἡ Η´ οἰκουμενικὴ σύνοδος, ἡ ὁποία ἀργότερα φρόντισε ὁ παπισμὸς νὰ τὴν ἐξαφανίσῃ ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς ἱστορίας, ὥστε νὰ παραμείνῃ ἄγνωστη ὡς Η´ οἰκουμενική. Ἀκόμη καὶ στὰ πανεπιστήμια σήμερα γίνεται λόγος μόνο γιὰ 7 οἰκουμενικὲς συνόδους.[5]

Φώτιος ὑπῆρξε μέγας ἄνδρας καὶ δικαίως τοῦ ἀποδόθηκε ὁ τίτλος αὐτός. Εὔστροφος πολιτικός, ἀκαταπόνητος ἱεράρχης, πολυμερὴς ἐπιστήμων, πολυγραφώτατος συγγραφεύς, ἀπαράμιλλος κριτικός, δόκιμος διδάσκαλος, ἀκατάβλητος ἱεραπόστολος.

Δὲν θὰ γίνῃ λεπτομερὴς λόγος γιὰ τὰ συγγράμματά του. Ἀρκεῖ νὰ λεχθῇ ὅτι ὠνομάστηκε «νεώτερος Ἀριστοτέλης». Σήμερα, ὕστερα ἀπὸ κορυφαία ἐξέλιξι στὶς ἐπιστῆμες, τὰ συγγράμματα τοῦ Φωτίου δὲν ἔχασαν τὴν ἐπιστημονική τους ἀξία· χρησιμοποιοῦνται εὐρύτατα ἀπὸ τοὺς ἐρευνητὰς ὡς πηγὲς γνώσεως καὶ εὐσεβείας.

Ἂς παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ ν᾿ ἀναδεικνύῃ στὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς πολιτείας καὶ τῆς ἐκκλησίας, τέτοιας βαρύτητος καὶ τέτοιου ἤθους ἀναστήματα.

Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης

[1]     Mansi 16, βίος Ἰγνατίου, σελ. 207.

[2]     Μῦθος καὶ χάλκευμα τοῦ παπισμοῦ, ὅτι τάχα ὁ Κωνσταντῖνος φεύγοντας ἀπὸ τὴ δύσι καὶ ἐγκαθιστάμενος στὴν ἀνατολὴ δώρισε στὸν πάπα Σίλβεστρο καὶ σ’ὅλους τοὺς μετὰ ἀπὸ αὐτὸν ἐσαεὶ πάπες τὴν ἀνωτάτη ἐγκόσμια ἐξουσία πάνω στὴ γῆ, πιὸ πάνω καὶ ἀπὸ τὴ δική του, καὶ πολλὲς ἄλλες προνομίες. (Σιαμάκης Κ., Τόμος χαρᾶς, σ. 18-19.)

[3]     Πλαστὴ συλλογὴ ἀποφάσεων (Decretalium Collectio) ὑπὲρ τῆς παπικῆς ὑπερεξουσίας, ποὺ ἀποδίδεται στὸν Ἰσίδωρο Ἱσπάλεως. Μία ἀπ᾿ αὐτὲς εἶναι καὶ ἡ λεγομένη «Κωνσταντίνειος δωρεά». (Τοῦ αὐτοῦ, ἔνθ᾿ ἀνωτέρω, σ. 18-20.)

[4]     Ἔκκλητον λέγεται ἡ αὐθαίρετη καὶ ἑωσφορικὴ ἀξίωσι τοῦ πάπα νὰ προσφεύγῃ σ᾿ αὐτὸν ὅλη ἡ ἐκκλησία τῆς οἰκουμένης τόσο γιὰ τὰ πνευματικὰ ὅσο καὶ γιὰ τὰ διοικητικὰ θέματα, σὰν σὲ ἀνωτάτη καὶ μοναδικὴ ἀρχὴ πάνω στὴ γῆ, ποὺ ἔχει χορηγηθῆ σ’αὐτὸν ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ τὸ Μ. Κωνσταντῖνο.

[5]     Σιαμάκης Κ., Τόμος χαρᾶς, σ. 48.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *