Τὸ κήρυγμα τοῦ Νῶε (Γε 6)

Ο Δίκαιος Νώε

Ο Δίκαιος Νώε

Τὰ ἀναγνώσματα ἀπὸ τὴ Γένεσι (7,6-9 τῆς Τετάρτης καὶ 8,4-21 τῆς Παρασκευῆς) ποὺ διαβάζονται στὶς προηγιασμένες αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος ἀναφέρονται στὸ γενάρχη Νῶε. Ἡ ἱστορία τοῦ Νῶε εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη. Ἐμεῖς θ᾿ ἀναφερθοῦμε στὴν αἰτία ποὺ ὁ Θεὸς ἀποφάσισε νὰ κάνῃ τὸν κατακλυσμὸ καὶ στὸ ἰδιότυπο κήρυγμα τοῦ δικαίου Νῶε, ἀποβλέποντας στὴν πνευματική μας ὠφέλεια.

Πρὶν ἀπὸ τὸν κατακλυσμὸ ζοῦσαν στὴ γῆ δύο γενιὲς ἀνθρώπων, τοῦ Κάιν καὶ τοῦ Σήθ. Ὁ Σὴθ ἦταν καὶ αὐτὸς παιδὶ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας. Τὸν γέννησαν μετὰ τὸ φόνο τοῦ Ἄβελ ἀπὸ τὸν ἀδερφό του Κάιν. Τοὺς τὸν χάρισε ὁ Θεὸς στὴ θέσι τοῦ ἀδικοσκοτωμένου Ἄβελ. Ὅταν τὸν γέννησε ἡ Εὔα εἶπε: «Ἐξανέστησέ μοι ὁ Θεὸς σπέρμα ἕτερον ἀντὶ Ἄβελ (4,25)».  Μιὰ ἐλπίδα ἄρχισε νὰ βλαστάνῃ μέσα τους ὅτι ὁ Θεὸς τοὺς ἔδιωξε μὲν ἀπὸ τὸν παράδεισο, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐγκατέλειψε.

Ἡ φυλὴ τοῦ Κάιν λεγόταν ἄνθρωποι, ἐνῷ ἡ γενιὰ τοῦ Σὴθ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, υἱοὶ τοῦ Θεοῦ. Οἱ δύο φυλὲς ζοῦσαν σὲ ξεχωριστὲς τοποθεσίες. Ὁ Θεὸς ἐνδιαφερόταν μόνο γιὰ τὴ φυλὴ τοῦ Σήθ, ποὺ ἦταν πιστὴ σ᾿αὐτόν. Ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Κάιν πῆρε τὰ μάτια του, λόγῳ τῆς ἀπιστίας καὶ ἀποστασίας της, ὅπως τὰ εἶχε πάρει ἀπὸ τὴν ἀπρόθυμη θυσία τοῦ γενάρχου της Κάιν. Τὴν ἐπιμιξία ἀνάμεσα στὶς δύο φυλὲς δὲν τὴν ἤθελε ὁ Θεός καὶ δὲν ὑπῆρχε. Ὁ Θεὸς ἤθελε νὰ διατηρῇ καθαρὸ τὸ λαό του, τοὺς υἱούς του.

Κάποτε ὅμως τὰ ἤθη χαλάρωσαν καὶ στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ. Οἱ υἱοὶ τοῦ Θεοῦ πρόσεξαν καὶ ἐπιθύμησαν τὶς ὄμορφες γυναῖκες τῆς ἄλλης φυλῆς καὶ πῆραν ἀπ᾿αὐτὲς ὅσες ἤθελαν. Αὐτὸ ἐξώργισε τὸ Θεὸ καὶ εἶπε: «Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι πιὰ σάρκες· γι᾿  αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ μείνῃ πάνω τους τὸ ζωοποιὸ πνεῦμα τῆς ζωῆς ποὺ τοὺς ἔδωσα· τοὺς ἀφήνω νὰ ζήσουν ἀκόμη 120 χρόνια.» Μὲ μιὰ λέξι ἀποφάσισε ὁ Θεὸς νὰ τοὺς καταστρέψῃ, διότι μόλυναν τὴ ῥάτσα τους καὶ ἦταν πιὰ ἄχρηστοι γι᾿αὐτόν. Βρέθηκαν ἀνάμεσα στὸ καλὸ καὶ στὸ κακό καὶ διάλεξαν τὸ κακό. Καλὸ ἦταν ἡ καθαρότητά τους. Κακὸ ἡ ἀκαθαρσία τῆς ἄλλης φυλῆς. Τώρα ποὺ μολύνθηκαν καὶ αὐτοί, ὁ Θεὸς δὲν ἔβλεπε τί χρειάζεται νὰ ζῇ ἡ ἀνθρωπότης καὶ ἀποφάσισε νὰ τοὺς ἐξαφανίσῃ ὅλους μαζί.

Σύμφωνα μὲ τὰ παραπάνω οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν ἀξία ὅταν ὅλα τὰ ἐνδιαφέροντά τους ἐπικεντρώνωνται στὶς παράνομες σαρκικὲς ἀπολαύσεις, μοιχεῖες, πορνεῖες, ἀκαθαρσίες, παρὰ φύσιν μίξεις, κιναιδισμούς, λεσβιασμούς, κτηνοβασίες, συστηματικὴ ἀποφυγὴ τῆς τεκνογονίας καὶ ἄλλα. Σ᾿αὐτὴ τὴν κατάστασι, ὁ ἄνθρωπος λησμονεῖ τὸ Θεὸ παντελῶς καὶ ὁ Θεὸς δὲν εἶναι στὴ ζωή του οὔτε μιὰ ἐλαχίστη λεπτομέρεια. Ἀλλὰ τότε ὁ ἄνθρωπος μὲ δική του εὐθύνη ἔχει ἀποκοπῆ ἀπὸ τὴ ζωή, ἔχει γίνει σκέτη σάρκα. Τὴ διακοπὴ τῆς ζωῆς του, ἂν δὲν τὴν ἐπιφέρῃ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, θὰ τὴν ἐπιφέρουν σίγουρα τὰ θανατηφόρα πάθη του.

Στὰ χρόνια αὐτὰ τῶν παρανόμων μίξεων τῶν δύο φυλῶν παρουσιάστηκε καὶ ἕνα ἄλλο μεγάλο κακὸ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἀνθρωπότητα. Παρουσιάστηκε ὁ πόλεμος, ποὺ ἔμελλε νὰ γίνῃ ἡ ἰσόβια μάστιγα τῆς ἀνθρωπότητος. Ἡ γενιὰ ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἐπιμιξία τῶν φυλῶν Κάιν καὶ Σὴθ ἦταν οἱ γίγαντες οἱ ἀπ᾿ αἰῶνος, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὀνομαστοί (6,4). Γίγαντες δὲν σημαίνει κολοσσιαῖοι ἄνθρωποι, ὅπως τοὺς φαντάστηκαν καὶ τοὺς μυθολόγησαν ἀργότερα οἱ Ἕλληνες ἢ ὅπως νόμισαν πολλοὶ ἑρμηνευταί. Ὁ Ἰωάννης Χρυσόστομος τοὺς γίγαντες τοὺς ἐννοεῖ ὡς δυνατοὺς στὸ σῶμα. Ἀκριβέστερα, γίγαντες στὰ χρόνια ποὺ μεταφράστηκε στὰ ἑλληνικὰ ἡ Παλαιά Διαθήκη, τὰ λεγόμενα ἀλεξανδρινὰ ἢ ἑλληνιστικά, ἦταν ἕνα εἶδος πολεμιστῶν, οἱ λεγόμενοι ὁπλῖτες, ποὺ φοροῦσαν ὅλη τὴν πανοπλία (περικεφαλαία, θώρακα, περικνημῖδες, ἀσπίδα, δόρυ, ξίφος, ἀκόντιο). Στὰ χρόνια τῶν ἀπογόνων τοῦ Σὴθ σήμαινε ἁπλῶς τὸν πολεμιστή, τὸν ἔνοπλο ἄνθρωπο.

Οἱ γίγαντες αὐτοὶ μὲ τὴν ἀπειλὴ τῶν ὅπλων ἐκμεταλλεύονταν τὰ γεωργικὰ, κτηνοτροφικὰ, μεταλλουργικὰ καὶ ἄλλα προϊόντα τῶν ἁπλῶν ἐργαζομένων ἀνθρώπων. Ἔγιναν δυνάστες, ἀρχηγοὶ ὁμάδων, ἀρχηγοὶ κρατῶν θὰ λέγαμε σήμερα. Ὁ ἕνας φὀνος, ὁ φόνος τοῦ Κάιν, ἔφερε τὸ δεύτερο, τὸ φόνο τοῦ Λάμεχ, καὶ σιγὰ-σιγὰ τὸ κακὸ ἐπεκτάθηκε καὶ ἔφερε τὸν πόλεμο. Ὁ πόλεμος ποὺ περιγράφεται ἐδῶ στὴ Γένεσι, ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν ἀπομάκρυνσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ Θεό, ἔχει αἰτία τὸ μῖσος, τὴν ἐκδίκησι, τὴν ἀπληστία, τὴν πλουτομανία, τὴν ἀδικία, τὴν περιφρόνησι καὶ ἐκμετάλλευσι τῶν ἀδυνάτων, τὴ βία τῶν ἰσχυροτέρων καὶ εἶναι μικρογραφία τῶν σημερινῶν ἐθνικῶν καὶ παγκοσμίων πολέμων, ποὺ, ὅπως γνωρίζουμε, ἔχουν τὶς ἴδιες αἰτίες. Χιλιάδες καὶ ἑκατομμύρια ἄνθρωποι χάνουν τὴ ζωή τους καὶ οἱ οἰκογένειές τους ὀρφανεύουν καὶ δυστυχοῦν, ἐπειδὴ τὸ θέλουν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς.

Τὰ 120 χρόνια ζωῆς ποὺ ἄφησε ἀκόμη ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους ἦταν προθεσμία μετανοίας, ἐκδήλωσι τῆς πατρικῆς μακροθυμίας του. Καὶ δὲν ἦταν προθεσμία μυστική, ποὺ νὰ τὴν ξέρῃ μόνο ὁ Θεός καὶ αὐτοὶ νὰ μὴν ξέρουν τίποτε, ἀλλὰ τοὺς φανέρωσε τί πρόκειται νὰ κάνῃ. Τοὺς τὸ φανέρωσε μὲ ἕναν ἰδιόμορφο τρόπο.

Ἀνάμεσα στὸ διεφθαρμένο κόσμο τῶν δύο φυλῶν ζοῦσε μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ ἕνας ἄνθρωπος δίκαιος καὶ τέλειος, ἕνας ποὺ εὐηρέστησε τὸν Θεόν, ὅπως καὶ ὁ προπάππος του Ἐνώχ. Αὐτὸς ὁ δίκαιος ἦταν ὁ Νῶε, ὁ τελευταῖος ἀπὸ τοὺς δέκα πρώτους γενάρχες τῆς ἀνθρωπότητος. Καὶ γιὰ τὴ θεάρεστη ζωή του εὗρε χάριν ἐναντίον (= ἐνώπιον) Κυρίου τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὸν πῆρε ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴ γῆ, ὅπως πῆρε τὸν προπάππο του Ἐνώχ, ἂν καὶ τοῦ ἄξιζε, ἀλλὰ τὸν χρησιμοποίησε γιὰ ἕνα ἄλλο σχέδιο. Γιὰ νὰ κηρύξῃ τὴ μετάνοια στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του. Πῶς;

Ὁ Θεὸς ἀνακοίνωσε σ᾿αὐτὸν πρῶτα τὴν ἀπόφασί του ὅτι πρόκειται νὰ ἐξοντώσῃ μὲ κατακλυσμὸ τὴν ἔκφυλη ἀνθρωπότητα, γιατί, ὅπως τοῦ εἶπε, δὲν ὑπάρχει πιὰ λόγος νὰ ζῇ. Καὶ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κατασκευάσῃ μιὰ κιβωτό, γιὰ νὰ σωθῇ αὐτὸς μὲ τὴν οἰκογένειά του καὶ μὲ ἕνα ζεῦγος ἀπὸ κάθε εἶδος ζῴων καὶ πτηνῶν. Τοῦ ἔδωσε καιρὸ 100 χρόνια, γιὰ νὰ κάνῃ τὴν κιβωτό. Σ᾿αὐτὰ τὰ 100 χρόνια ὅλος ἐκεῖνος ὁ κόσμος ἔβλεπε τὸ Νῶε νὰ κατασκευάζῃ ἕνα πελώριο σκάφος, σκεπαστό, καὶ ἀσφαλῶς τὸν ῥωτοῦσαν τί κάνει καὶ γιατί. Καὶ ὁ Νῶε τοὺς ἐξηγοῦσε ὅτι ὁ Θεὸς πῆρε ἀπόφασι νὰ καταστρέψῃ τοὺς ἀνθρώπους μὲ κατακλυσμό. Αὐτὴ ὅλη ἡ ὑπόθεσι ἦταν τὸ ζωντανὸ καὶ παραστατικὸ καὶ ἐποπτικὸ κήρυγμα μετανοίας ποὺ τὸ κήρυττε ὁ Νῶε 100 ὁλόκληρα χρόνια.

Γιὰ πρώτη φορὰ βλέπουμε ἐδῶ τὸν τύπο αὐτὸ τοῦ ἐποπτικοῦ κηρύγματος ποὺ χρησιμοποίησαν ἀργότερα ἄλλοι μεγάλοι προφῆτες τοῦ Ἰσραήλ, πάλι μὲ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ αὐτὸν τὸν τύπο κηρύγματος, ὁ προφήτης κάνει μιὰ παράξενη ἐνέργεια ἢ χειρονομία καὶ ὅταν οἱ ἄνθρωποι τὸν ῥωτοῦν «Γιατί;», παίρνει ἐκεῖνος τὴν εὐκαιρία καὶ τοὺς ἐξηγεῖ, δηλαδὴ τοὺς κηρύττει.

Αὐτὴ ἡ ἐνέργεια γίνεται τόσο γιὰ νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴ τοῦ ἀδιάφορου λαοῦ, ὅσο καὶ γιὰ νὰ τὸν πείσῃ. Καὶ τὸν πείθει, διότι συνήθως εἶναι μιὰ ἐνέργεια ποὺ κοστίζει πολὺ στὸν προφήτη, εἶναι μιὰ ἐνέργεια ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὴν κάνῃ στ᾿ ἀστεῖα. Καὶ οἱ μυαλωμένοι ἄνθρωποι, βλέποντας ὅτι ἕνας σοβαρὸς ἄνθρωπος κάνει κάτι πολὺ δύσκολο καὶ παράξενο μόνο ἀπὸ πίστι, ἐννοοῦν ὅτι αὐτὸ ποὺ κηρύττει εἶναι ἀληθινὸ καὶ πολὺ σοβαρό.

Ὅταν λ.χ. μιὰ μεγάλη προσωπικότητα τοῦ ἰσραηλιτικοῦ ἔθνους βγαίνῃ στὸ δρόμο γυμνὴ καὶ ἁλυσοδεμένη, ὅπως ὁ προφήτης Ἠσαΐας (20,2-3), ἢ ὅταν ἕνας πλαγιάζῃ 40 μέρες μόνο στὸ ἕνα πλευρό, ὅπως ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ, (4,4-9), ποὺ ἔζησε στὰ χρόνια τῆς βαβυλώνιας αἰχμαλωσίας, μέχρι ποὺ τὸ πλευρό του βγάζει πληγὲς καὶ σαπίζει, αὐτὰ σημαίνουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν νὰ ποῦν κάτι πολὺ σοβαρό, κάτι τοῦ Θεοῦ καὶ θέλουν νὰ σπάσουν τὴν παχυδερμία τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ καταλάβουν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀστειεύεται, οὔτε λέει ψέματα.

Ἔτσι κι ὁ Νῶε, 100 χρόνια ἄφησε ὅλες τὶς δουλειὲς κι ἀφοσιώθηκε στὴν κατασκευὴ τῆς κιβωτοῦ καὶ ἴσως δαπάνησε ὅλη τὴν περιουσία του σ᾿αὐτό. Ἦταν κάτι ποὺ ἔπρεπε νὰ συνταράξῃ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ὅταν συγχρόνως ἄκουγαν ὅτι ὁ Θεὸς πρόκειται νὰ τοὺς ἐξοντώσῃ γιὰ τὴν ἀσέβειά τους. Τὸ ὅτι δὲν μετανόησαν, ἀλλὰ ἀπίστησαν καὶ γέλασαν καὶ κορόϊδεψαν, σήμαινε ὅτι ἦταν ἄξιοι νὰ ἐξοντωθοῦν μὲ τὸν κατακλυσμό.

Εἶχε τότε ὁ Νῶε ὀχταμελῆ οἰκογένεια· αὐτός, ἡ γυναίκα του, οἱ τρεῖς γιοί του, Σὴμ, Χὰμ καὶ Ἰάφεθ, καὶ οἱ τρεῖς νύφες του. Ὅλη αὐτὴ ἡ οἰκογένεια ἦταν πιστὴ στὸν πατέρα Νῶε καὶ στὸ Θεό. Ἀντιθέτως ὁ ὑπόλοιπος κόσμος, ὄχι μόνο δὲν μετανόησαν, ἀλλ᾿ ἔγιναν πιὸ ἀσεβεῖς, πιὸ ἄδικοι, πιὸ ἀκάθαρτοι. Ἡ καρδιά τους κόλλησε ἀγιάτρευτα στὸ πονηρό καὶ ἐλπίδα καλυτερεύσεως δὲν ὑπῆρχε. Τόσο ξεχείλισε ἡ κακία τους καὶ τόσο ἐρέθισε τὸ Θεό, ὥστε ἡ Ἁγία Γραφὴ παρουσιάζει τὸ Θεὸ σὰν ἕναν ἄνθρωπο ποὺ μετάνοιωσε γιὰ κάτι ποὺ ἔκανε: «Μετάνοιωσα ποὺ ἔκανα τοὺς ἀνθρώπους», εἶπε. Καὶ στὸ Νῶε, ὅταν φανέρωσε τὴν ἀπόφασί του νὰ τοὺς ἐξοντώσῃ, εἶπε: «Καὶ στήσω τὴν διαθήκην μου μετὰ σοῦ (6,18)». Δηλαδὴ, «θὰ κάνω τὴ σύμβασί μου μόνο μὲ σένα» «Θὰ συνεργαστῶ μὲ σένα» «Θὰ ξαναρχίσω τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος μὲ σένα» «Θὰ ἐπαναλάβω κατὰ κάποιον τρόπο τὴ δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ πρόσωπό σου καὶ τὴν οἰκογένειά σου

Οἱ λεπτομέρειες γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς κιβωτοῦ, καθὼς τὶς εἶπε ὁ Θεὸς καὶ τὶς ἐκτέλεσε ὁ Νῶε, ἔχουν ὡς ἑξῆς: Μῆκος τῆς  κιβωτοῦ 300 πήχεις. Πλάτος 50 πήχεις. Ὕψος 30 πήχεις ἡ βάσι καὶ 1 πῆχυς ἡ ὀροφή. Ἦταν ἕνα σκάφος, ποὺ ποτὲ δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀνατραπῇ. Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Τί μονάδα μήκους ἦταν ὁ πῆχυς ἐκεῖνος; Ἦταν δηλαδὴ ἴσος, μικρότερος, μεγαλύτερος ἀπὸ τὸ σημερινὸ πῆχυ; Ἄγνωστο. Ἔτσι, ξέρουμε βέβαια τὶς ἀναλογίες τῆς κιβωτοῦ, ἀλλὰ δὲν ξέρουμε τὸ μέγεθος. Μέσα κι ἔξω ἡ κιβωτὸς ἦταν ἀλειμμένη μὲ πίσσα, γιὰ νὰ μὴν παίρνῃ νερό. Ἐσωτερικὰ χωριζόταν σὲ πολλὰ μικρὰ διαμερίσματα, ἀσφαλῶς γιὰ νὰ μὴ μετακινῆται τὸ φορτίο πέρα-δῶθε. Ἡ τεχνικὴ ποὺ ἐφαρμόζεται σήμερα στὰ πετρελαιοφόρα αὐτοκίνητα ἢ πλοῖα, ἔχει, ὅπως βλέπουμε, τὴν ἀρχή της στὸ Νῶε. Τὸ κατάστρωμα τῆς κιβωτοῦ ἀλλοῦ χωριζόταν σὲ δύο καὶ ἀλλοῦ σὲ τρεῖς ὀρόφους. Ἡ μοναδικὴ πόρτα ἦταν στὸ πλάι καὶ ἔκλεινε ἀπ᾿ ἔξω πρὸς τὰ μέσα, ὥστε ἡ πίεσι τοῦ νεροῦ νὰ μὴν τὴν ἀνοίγῃ, ἀλλὰ νὰ τὴν κλείνῃ σφιχτότερα. Γιὰ τὰ 8 μέλη τῆς οἰκογένειας καὶ γιὰ τὰ ζῷα ποὺ μπῆκαν, ὥρισε ὁ Θεὸς καὶ μπῆκαν. Στὸ μεταξὺ, φόρτωσαν στὴν κιβωτὸ καὶ τὰ ἀνάλογα τρόφιμα.

Ἕνα ἀπὸ τὰ ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ, ἄξιο θαυμασμοῦ, ποὺ διδάσκεται στὴν περίπτωσι τῶν ἀνθρώπων τῆς ἐποχῆς τοῦ Νῶε, εἶναι ἡ μακροθυμία του. Ἡ διαφθορὰ τῶν ἀνθρώπων εἶχε φτάσει στὸ ἀπροχώρητο καὶ μέρα μὲ τὴν ἡμέρα γινόταν μεγαλύτερη. Οἱ ἄνθρωποι ἔχασαν τὸν προορισμό τους καὶ παραδόθηκαν στὴν ἀσέβεια καὶ στὰ πάθη τους. Ἡ προειδοποίησι ὅτι θὰ τοὺς καταστρέψῃ ὁ Θεὸς μὲ κατακλυσμό, ὄχι μόνο τοὺς ἀφήνει ἀσυγκίνητους, ἀλλὰ καὶ τοὺς σκληρύνει περισσότερο. Στὶς ἐξηγήσεις τοῦ Νῶε γελοῦν. Ἐξοργιστικὴ ἡ συμπεριφορά τους. Κι ὅμως, ὁ Θεὸς μακροθυμεῖ καὶ τοὺς δίνει κι ἄλλη προθεσμία μετανοίας καὶ ἐπιστροφῆς. Ὄντως μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινὸς ὁ Θεός, ὄντως πατέρας ποὺ πονάει τὰ παιδιά του (Ἔξ 34,6).

Τὴν ἴδια μακροθυμία ἔδειξε ὁ Θεὸς καὶ στοὺς γογγυσμοὺς τῶν Ἰσραηλιτῶν μέσα στὴν ἔρημο, ὅταν ἔφτασαν στὸ σημεῖο νὰ τὸν ἐξυβρίζουν καὶ ν᾿ἀπειλοῦν τὴ ζωὴ τοῦ εὐεργέτου τους Μωϋσέως. Ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἔδειξε τὴ θεϊκὴ μακροθυμία, πρὸς τὸν ἀχάριστο λαό, ποὺ τὸν μίσησαν καὶ μελετοῦσαν ἄδικα τὸ θάνατό του, ὥσπου τὸν πέτυχαν. Μποροῦσε ὁ Χριστός, ὅπως εἶπε, νὰ καλέσῃ περισσότερους ἀπὸ 12 λεγεῶνες ἀγγέλους καὶ νὰ τοὺς συντρίψῃ ὡς σκεύη κεραμέως. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκανε. Προειδοποίησε ἐπίσης ὅτι θὰ ἔρθῃ πάλι στὸ μέλλον ὡς κριτής, γιὰ νὰ κρίνῃ τὸν κόσμο. Καὶ ἀντὶ ὁ κόσμος νὰ συνετιστῇ καὶ νὰ μετανοήσῃ, παραμένει σκληροτράχηλος καὶ ἀμετανόητος. Κάποιοι, στὰ χρόνια τῶν ἀποστόλων, βλέπουν τὴν ἀδικία καὶ τὸ θράσος τῶν ἀδίκων καὶ ἀγαναχτοῦν. Λένε: «Γιατί δὲν ἐπεμβαίνει ὁ Θεός; Γιατί βραδύνει; Δὲν βλέπει τὴν ἀδικία;» Ἀλλ᾿ ὁ ἀπόστολος Πέτρος τοὺς ἀπαντᾷ: «Αὐτὸ ποὺ κάνει ὁ Θεὸς δὲν εἶναι βραδύτητα, ἀλλὰ μακροθυμία. Μακροθυμεῖ σ᾿ ἐμᾶς», λέει, «διότι δὲν θέλει νὰ καταστραφοῦν κάποιοι, ἀλλὰ ὅλοι νὰ ἔρθουν στὴ μετάνοια» (Β΄Πε 3,9). Μακρόθυμος καὶ καρτερικὸς ὁ Θεὸς, πατέρας πρὸς τὰ πλάσματά του.

Ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ ὅμως, ἀδερφοί, δὲν θὰ ἐκδηλώνεται στὸ διηνεκὲς. Κάποια στιγμὴ, θὰ παύσῃ νὰ φέρεται μακρόθυμα καὶ τότε τὰ πράγματα, γιὰ ὅσους δὲν πῆραν σοβαρὰ τὴν ὑπόθεσι τῆς μετανοίας τους, θὰ εἶναι ἀμετάκλητα καὶ ἀναπότρεπτα, ὅπως ἦταν γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῶν ἡμερῶν τοῦ Νῶε. Ἂς σκεφθοῦμε, λοιπὸν, ὡριμότερα καὶ ὑπευθυνότερα πρὶν εἶναι ἀργά. Ὁ Κύριος δὲν ἀστειεύεται. Αὐτὰ ποὺ λέει, θὰ τὰ κάνῃ.

Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης

Ἰωάννης Χρυσοστόμου, Στὴ Γέν.,  Ὁμ. 22, PG 53,185ἑ.
Σιαμάκης Κ., Ἑρμηνεία στὴ Γέν., «Ἀπολύτρωσις», φ. 310 (1971).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *