Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος

Euaggelisths_Iwannhs_038 Μαϊ Ιωάννου θεολ Α΄. Ιω 1,1-7

Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης, γνήσιος αγωγός της πίστεως και της ζωής

Είναι φυσικό την ημέρα που η εκκλησία τιμά τη μνήμη του αποστόλου Ιωάννου του Ευαγγελιστού, η αποστολική περικοπή να είναι επιλεγμένη από τη δική του Επιστολή, τη γνωστή ως καθολική. Έτσι, μας δίδεται η ανεκτίμητη ευκαιρία να πάρουμε μια εμπειρία και από το είδος αυτό της διδασκαλίας  του, που, όμως, στο περιεχόμενο δεν διαφέρει καθόλου από τα άλλα κείμενα της γραφίδος του, την Αποκάλυψη εννοώ και το Ευαγγέλιο, αλλ’ αντιθέτως και τα τρία μαρτυρούν με οφθαλμοφανή και αδιαμφισβήτητο τρόπο ένα και το αυτό ύφος, το ιωάννειο, που το χαρακτηρίζει η απλότητα, αλλά και το βάθος των νοημάτων.

Ο Ιωάννης γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης, αδελφός του Ιακώβου, ψαράς πριν στο επάγγελμα, φίλος και συνεταίρος του Πέτρου και του Ανδρέα στην αλιευτική, πρώην μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού, κλήθηκε από τον Κύριο και συμπεριλήφθηκε στους δώδεκα μαθητάς του και αποδείχτηκε ο πιο έμπιστος και αγαπητός απ΄ όλους. Σαν χαρακτήρας ήταν απόλυτος και ασυμβίβαστος, όπως φαίνεται από την επονομασία βοανεργές (= γιος της βροντής) που έδωσε σ’ αυτόν και στον αδερφό του Ιάκωβο  ο Κύριος. Με τον καιρό της μαθητείας κοντά στο Διδάσκαλο, ο Ιωάννης μαλάκωσε κι έγινε μαθητής της αγάπης. Κατά τη Δίκη και Σταύρωση του Κυρίου, ο Ιωάννης ήταν ο μόνος που έμεινε κάτω από το σταυρό. Ο Κύριος πάνω από το σταυρό του εμπιστεύθηκε τη γηροκόμηση της Μητέρας του.

Μετά την Ανάσταση και την Πεντηκοστή, στην ιδρυμένη ήδη εκκλησία, ο Ιωάννης μαζί με τον Πέτρο και τον αδελφόθεο Ιάκωβο αποτελούν τους στύλους της εκκλησίας. Μετά το θάνατο του Πέτρου και όλων των Αποστόλων, είναι ο μόνος αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας που επιζεί και αναδεικνύεται σε αυθεντία που κατακεραυνώνει τους αιρετικούς, που άρχισαν κιόλας ν’ αναφαίνονται, και ιδίως τους νικολαΐτας. Από την Πάτμο στέλνει σαν αστροπελέκι την Αποκάλυψη στις εκκλησίες της Μικράς Ασίας, για να μεταβεί σύντομα εκεί και αυτοπροσώπως. Από την Έφεσο, που την είχε τότε ορμητήριο, επισκεπτόταν τις εκκλησίες της περιοχής. Σ΄ όποια δεν ευκολύνθηκε να πάει, έστειλε την Επιστολή του, συνοδευόμενη πάντα από ένα διαβιβαστικό. Δύο από αυτά τα διαβιβαστικά σώθηκαν και είναι αυτά που σήμερα τα λέμε Β΄ και Γ΄ καθολικές Επιστολές του. Πρέπει να πέθανε γύρω στο 80μ.Χ.

Από την Επιστολή του που προαναφέρθηκε, ας δούμε τους πρώτους 7 στίχους που μας προσφέρει σήμερα  η εκκλησία ως Αποστολική περικοπή. Η γλώσσα και το ύφος του Ιωάννου είναι σε επίπεδο ανθρώπου που ξέρει λίγα γράμματα και παρουσιάζει κάποτε επαναλήψεις, πλεονασμούς, πλατυασμούς, διαταραγμένη σύνταξη. Αυτό όμως, δεν παρεμπόδισε τη σαφήνεια. Όλοι οι μελετηταί, επί δύο χιλιάδες χρόνια, χαρακτηρίζουν τα κείμενά του ως τα θεολογικότερα και βαθυνούστερα των κειμένων της Καινής Διαθήκης.

«Εκείνο το πρόσωπο που υπήρχε από την αρχή», λέει, «και πριν από  τη δημιουργία του κόσμου, που εμείς οι Απόστολοι το έχουμε ακούσει με τ΄ αυτιά μας και το έχουμε δει με τα μάτια μας, αυτό που το είδαμε και το αγγίξαμε με τα χέρια μας, είναι το πρόσωπο για το οποίο θέλω ως αυτόπτης και αυτήκοος να σας μιλήσω. Εννοώ το Λόγο που είναι η πηγή της ζωής. Αυτός είναι το θέμα μου στην Επιστολή αυτή.

Σαν σε παρένθεση, σας λέω ότι ο αόρατος πριν Λόγος, η πηγή της ζωής, έγινε άνθρωπος και ως άνθρωπος φανερώθηκε με σώμα και εμείς οι Απόστολοι που είχαμε προσωπική γνωριμία μαζί του και είχαμε μαθητεύσει δίπλα του τρία χρόνια, τον έχουμε δει και σας τον γνωρίζουμε και μαρτυρούμε και αναγγέλλουμε ότι είναι η αιώνια ζωή.  Πριν σαρκωθεί ήταν ενωμένος με τον Πατέρα και τώρα τελευταία, φανερώθηκε σ’ εμάς τους ανθρώπους, τα πλάσματά του, σαν τέλειος άνθρωπος. Κλείνω την παρένθεση και επανέρχομαι.

Αυτό το πρόσωπο του ενανθρωπήσαντος Λόγου που έχουμε δει και έχουμε ακούσει με τα μάτια μας και με τ’ αυτιά μας, σας το κηρύττουμε και σας το γνωρίζουμε, για να έχετε κι εσείς ίσο μερίδιο στην εξ αυτοψίας και αυτηκοΐας γνωριμία μαζί του, με αυτήν που έχουμε κι εμείς οι αυτόπτες και αυτήκοοι. Υπ’ όψιν δε ότι η αμεσότητα της γνωριμίας μας με τον Ιησού Χριστό είναι αμεσότητα γνωριμίας και με τον Πατέρα, διότι Πατέρας και Γιος έχουν την ίδια ουσία και είναι ένα πράγμα, μία Θεότητα. Και σας τα γράφουμε αυτά για να είναι η χαρά σας γεμάτη. Να έχετε δηλαδή κι εσείς τη χαρά ότι αυτά που γνωρίζετε από μας είναι τα γνήσια και τ΄ αυθεντικά.

Σας είπα ποιο είναι το πρόσωπο που είναι το θέμα μου. Ο Λόγος. Τώρα θα σας πω και ποια είναι η διαβεβαίωσή Του, που εμείς την ακούσαμε οι ίδιοι από αυτόν και τη μεταδίδουμε κατά χρέος αυτούσια σ΄ εσάς, ότι ο Θεός είναι φως και σκοτάδι δεν υπάρχει μέσα του ούτε ίχνος. Αν θεωρήσουμε ότι έχουμε σχέση μαζί του, αλλά ζούμε στο σκοτάδι της αμαρτίας, αυταπατόμαστε και δεν ζούμε στην αλήθεια. Αν, όμως, ζούμε στο φως της αγιότητος, όπως είναι ο ίδιος στο φως, τότε έχουμε μεταξύ μας, εμείς και ο Θεός, αληθινή σχέση και το αίμα του Ιησού Χριστού, του Γιού του, μας καθαρίζει από κάθε αμαρτία, όταν σαν άνθρωποι πέφτουμε αθέλητα στην αμαρτία.»

Προφανώς ο Ιωάννης πέρα και πάνω απ΄ όλα ενδιαφέρεται για την άμεση και αδιάσπαστη και ζωντανή παράδοση, την οποία η δική του αποστολική γενιά, δια στόματός του, μεταλαμπαδεύει αυτούσια στην επόμενη, την μεταποστολική, τη γενιά των αναγνωστών του, για να την μεταδώσουν και αυτοί με τη σειρά τους στους επόμενους, ώστε η βάναυση παρέμβαση των αιρετικών, που λένε φανταστικά και ανεύθυνα πράγματα, κατά πως τους γαργαλίζουν η πονηρία και τα πάθη τους, να μην έχει επίπτωση στην πίστη τους και στη ζωή τους.

Αθανάσιος Γ. Σιαμάκης, αρχιμανδρίτης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *