Η άλωση της περιπόθητης Πόλης (Γεωργίου Αγγελινάρα)

Γεώργιος Αγγελινάρας

Γεώργιος Αγγελινάρας

Όταν το 324μ.Χ., ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα τής αχανούς τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στο Βυζάντιο, την αρχαία αποικία των Μεγαρέων, ήταν σαν να μετακινήθηκε το κέντρον βάρους και ο κεντρικός άξονας της Αυτοκρατορίας από την Ιταλική χερσόνησο, στο ακρότατο σημείο της Ανατολικής Θράκης, στον κόμβο συναντήσεως της Ευρώπης με την Ασία. Ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας, στρατηλάτης αήττητος, αλλά και πολιτικός διορατικός και οικονομολόγος ρηξικέλευθος, είχε αντιληφθεί ότι η Ρώμη είχε εισέλθει στην τροχιά της παρακμής και ότι το μέλλον ανήκε στις περιοχές όπου επικρατούσε το Ελληνικό στοιχείο και ο Χριστιανισμός εγνώρισε ραγδαία εξάπλωση, λόγω του ότι η Ελληνική φιλοσοφία και η όλη πνευματική παράδοση της καθ’ημάς Ανατολής βρισκόταν πολύ κοντά προς τα διδάγματα του Χριστιανισμού.

Ήδη από τις αρχές του 4ου μ.Χ. αινώνος στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και την Εγγύς Ανατολή, η εξάπλωση του Χριστιανισμού είχε προκαλέσει πραγματική κοσμογονία. Οι ανελέητοι διωγμοί των Ρωμαίων αυτοκρατόρων δεν επέτυχαν να κάμψουν το φρόνημα των Χριστιανών  και τα διαβολικής επινοητικότητος άγρια βασανιστήρια με τα οποία η κρατική μηχανή προσπαθούσε να περιορίσει την εξάπλωση του Χριστιανισμού, συνετέλεσαν στην ταχύτερη και πλήρη επικράτησή του. Η πίστη, η οποία έξω βάλλει τον φόβον, εχαλύβδωσε το φρόνημα των μαρτύρων και των ομολογητών της Εκκλησίας του Χριστού και προκάλεσε την κατάπληξη και το θαυμασμό του ειδωλολατρικού κόσμου, μέχρι του σημείου που και αυτοί ακόμη οι ιεροφάντες των μαντείων να ομολογούν την πλήρη και οριστική κατάρρευση της ειδωλολατρίας.

«Εἴπατε τῷ βασιλεῖ, χαμαὶ πέσε δαίδαλος αὐλά, οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβην, οὐ μάντιδα δάφνην, οὐ παγὰν λαλέουσαν, ἀπέσβετο καὶ λάλον ὕδωρ», απάντησε η Πυθία στον ρομαντικό και όλως ανεδαφικό τραγικό αυτοκράτορα Ιουλιανό που μάταια προσπαθούσε να επαναφέρει την προ πολλού εκφυλισμένη λατρεία των θεών του Ολύμπου. Ο κόσμος είχε ήδη εισέλθει στην κατευθυντήρια γραμμή της Χριστιανοσύνης και κάθε προσπάθεια επιστροφής στο παρελθόν ήταν μάταιη και εκ των πραγμάτων καταδικασμένη σε αποτυχία.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος εφιλοδόξησε η νέα πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους, όχι μόνο να είναι αντάξια της Ρώμης, αλλά και ακόμη λαμπρότερη. Γι’αυτό οικοδόμησε δημόσια κτίρια, όντως περίλαμπρα, επιβλητικές εκκλησίες, ανάκτορα, διοικητικά μέγαρα, θέατρα, λουτρά, στάδια και πολυτελείς κατοικίες για τους συγκλητικούς και τους αξιωματούχους. Διεκόσμησε τον ιππόδρομο, την αγορά, τους δρόμους και τις πλατείες με μαρμάρινες στοές, με ανδριάντες και έργα εξαιρετικής γλυπτικής τέχνης, που μεταφέρθηκαν από άλλες πόλεις κι αξιοποιήθηκαν με τον καλύτερο τρόπο από τους αρχιτέκτονες και τους πολεοδόμους. Τα υδραγωγεία και οι τεράστιες υπόγειες δεξαμενές, που μέχρι σήμερα εντυπωσιάζουν τους επισκέπτες, εξασφάλιζαν άφθονο νερό, ακόμη και σε περιόδους μακροχρονίων πολιορκιών. Τα λιμάνια της Κωνσταντινουπόλεως είχαν μήκος τεσσάρων χιλιομέτρων και μπορούσαν να εξυπηρετήσουν ταυτόχρονα πεντακόσια πλοία με πλάτος, κατά μέσον όρο, οκτώ μέτρα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ_ΤΕΙΧΗΤα τείχη και τα οχυρωματικά έργα αποθάρρυναν τους επίδοξους κατακτητές. Μόνον τα χερσαία τείχη είχαν μήκος 6,5 χιλιομέτρων. Τα διπλά τείχη, η εξωτερική και η εσωτερική τάφρος και οι 191 οχυρωματικοί πύργοι καθιστούσαν την πόλη απόρθητη. Οι ναοί και τα μοναστήρια, τα πολυτελή ιδιωτικά μέγαρα, τα εμπορικά καταστήματα, τα εργαστήρια κατεργασίας χρυσού και αργύρου, τα χαλκοπρατεία, τα υφαντήρια πολυτελών υφασμάτων εξασφάλιζαν στους κατοίκους της Πόλης μεγάλα εισοδήματα, που τους επέτρεπαν να φροντίζουν και για τη μόρφωσή τους. Αν σκεφθούμε ότι ο Κάρολος ο Μέγας, ο θεμελιωτής της ευρωπαϊκής ενότητος, δεν ήξερε καλά-καλά να γράφει το όνομά του, ενώ πολλοί Βυζαντινοί αυτοκράτορες διέθεταν υψηλής στάθμης παιδεία και πάρα πολλοί λαϊκοί εγνώριζαν τον Όμηρο τόσο καλά όσο και τους ψαλμούς του Δαβίδ, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε τη μεγάλη διαφορά της πολιτισμικής στάθμης ανάμεσα στο Ελληνοκρατούμενο Βυζάντιο και τη Λατινοκρατούμενη Δυτική Ευρώπη.

Είναι γνωστό ότι οι Ευρωπαίοι Χριστιανοί για πολλούς αιώνες κρίνονταν στα δικαστήρια με τη θεοδικία. Υποχρεώνονταν, δηλαδή, να πιάσουν με τα χέρια ένα πυρωμένο σίδερο. Αν δεν καίγονταν, πράγμα αδύνατο, εθεωρούντο αθώοι. Ο Ιουστινιανός παρότρυνε τους νομομαθείς να συντάξουν τον κώδικα του αστικού δικαίου, που μέχρι σήμερα αποτελεί τη βάση και το θεμέλιο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, και μέσα από τον Ναπολεόντειο κώδικα, οι Βυζαντινοί κανόνες του Δικαίου μεταφέρθηκαν στη Λατινική Αμερική, το Κεμπέκ και τη Λουιζιάνα, όπου  πολλές διατάξεις παραμένουν ακόμη εν χρήσει.

Το Μέγα Παλάτιο, που η σκαπάνη των αρχαιολόγων έφερε μόλις πρόσφατα στο φως, εντυπωσιάζει με την τεράστια έκτασή του και τη λειτουργική διαρρύθμισή του. Η αίθουσα του θρόνου ήταν κάτι το ασύλληπτο με την εξαίσια διακόσμησή της, κυρίως όμως και προ πάντων λόγω των μηχανισμών και των αυτοματισμών που διέθετε. Πάνω στα κλαδιά ενός χάλκινου δένδρου που ήταν επικαλυμμένο με φύλλο χρυσού, κάθονταν χρυσοποίκιλτα ωδικά πουλιά που κελαηδούσαν ανάλογα με το είδος τους. Ο θρόνος του αυτοκράτορα πλαισιωνόταν από ξύλινα, επίχρυσα λιοντάρια που χτυπούσαν με τις ουρές τους το έδαφος και από το στόμα τους ακούγονταν βρυχηθμοί που προκαλούσαν το δέος στους επισκέπτες, οι οποίοι έβλεπαν στην αρχή τον αυτοκράτορα καθισμένο στο θρόνο του λίγο πιο ψηλά από το έδαφος· όταν όμως μετά την καθιερωμένη βαθιά υπόκλιση σήκωναν το βλέμμα τους, αντίκριζαν τον αυτοκράτορα να βρίσκεται στο ύψος της οροφής, γιατί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο θρόνος είχε αυτομάτως απογειωθεί.

Όλες αυτές οι κατασκευές, οι πρωτότυποι και πρωτοποριακοί για την εποχή εκείνη αυτοματισμοί, λέγεται ότι οφείλονταν στην επινοητικότητα του Λέοντα του Μαθηματικού και Φιλοσόφου, που έζησε στην αυλή του αυτοκράτορα Θεοφίλου και του διαδόχου του Μιχαήλ Γ΄ στα μέσα του 9οι αιώνα.

Αγία-Σοφία-ΚAΠάντως, η κορωνίδα όλων των κτιρίων της Βασιλεύουσας ήταν ο περιλάλητος ναός της του Θεού Σοφίας, έργο μαθηματικού λογισμού και υψηλής θεολογικής εμπνεύσεως. Πρόκειται για ένα αρχιτεκτονικό μεγαλούργημα ανεπανάληπτης και ανυπολόγιστης καλλιτεχνικής αξίας,  το οποίο αποτελεί το απαύγασμα του δημιουργικού πνεύματος του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού.

Η Κωνσταντινούπολη ήταν η μόνη πόλη του μεσαίωνα που οι δρόμοι και οι πλατείες της φωτίζονταν κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ήταν μια πόλη κυριολεκτικά ονειρική, που πολλοί κατά διαστήματα επεχείρησαν να την κατακτήσουν. Γότθοι, Άβαροι, Πέρσες, Πετσενέγοι, Βούλγαροι, Σλάβοι, Ρώσοι, Νορμανδοί, Άραβες και άλλοι δεν κατόρθωσαν να την εκπορθήσουν. Η γενναιότητα των υπερασπιστών της και τα επί αιώνες απόρθητα τείχη της, την διεφύλαξαν ελεύθερη από το 324 μέχρι το 1204, όταν οι Σταυροφόροι της Δ΄ σταυροφορίας την κατέλαβαν και τη λεηλάτησαν αγρίως.

Μετά από 57 χρόνια, το 1261, οι Βυζαντινοί επέτυχαν να την ανακτήσουν, αλλά παρ’όλες τις προσπάθειές τους δεν μπόρεσαν να ανακόψουν τον διαρκώς επιδεινούμενο οικονομικό μαρασμό και την πληθυσμιακή συρρίκνωση που οδήγησαν στην τελική πτώση.

Όταν οι Οθωμανοί Τούρκοι εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία και το 1326 έκαμαν πρωτεύουσά τους την Προύσα, ο στόχος και η επιδίωξή τους ήταν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, την περιπόθητη Πόλη.

Το 1359, η αυτοκρατορική Πόλη είδε για πρώτη φορά μπροστά στα τείχη της, τις ορδές των Οθωμανών.

Οι σουλτάνοι Βαγιαζίτ Α΄ και Μουράτ Β΄ πολιόρκησαν τη Βασιλεύουσα το 1394 και το 1422 αντίστοιχα, απέτυχαν όμως να την καταλάβουν. Η προνομιακή στρατηγική της θέση και η αντοχή των οχυρώσεών της, σε συνδυασμό με την ευψυχία και την ανωτερότητα των Βυζαντινών ως προς την στρατιωτική τέχνη, είχαν σώσει επανειλημμένα το Βυζάντιο.

Βομβάρδα

Βομβάρδα

Το 1453, όμως,  την υπεροχή στη στρατιωτική δύναμη την είχαν οι Τούρκοι. Ο νεαρός, τολμηρός και φιλόδοξος σουλτάνος Μωάμεθ Β΄ είχε συγκεντρώσει έναν τεράστιο οπλισμό και είχε δημιουργήσει, με τη βοήθεια δυτικοευρωπαίων τεχνικών, ένα ισχυρότατο πυροβολικό, το οποίο οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν  σε πολλή μεγάλη έκταση. Η βομβάρδα, που είχε κατασκευάσει ο Ούγγρος τυχοδιώκτης Ουρβανός, είχε τη δυνατότητα να εκτοξεύει βλήμα βάρους 750 κιλών, κάτι που ήταν αδιανόητο για τα δεδομένα της εποχής.

Στις 7 Απριλίου άρχισε η πολιορκία. Οι αμυνόμενοι μόλις και μετά βίας μπόρεσαν να συγκεντρώσουν 8.000 άνδρες, μαζί με τους ξένους και τους κληρικούς. Οι μοναχοί ανέλαβαν να υπερασπίσουν τα προς τη θάλασσα τείχη. Ακόμη και οι ιερείς επιστρατεύτηκαν και χρησιμοποιήθηκαν  ως νοσοκόμοι και τραυματιοφορείς. Ο σουλτάνος διέθετε εικοσαπλάσιο αριθμό στρατιωτών, ορισμένοι μάλιστα ιστορικοί κάνουν λόγο για 200.000 άνδρες και 300 πολεμικά πλοία. Ο Μωάμεθ Β΄ κατόρθωσε να διαπεραιώσει ένα μεγάλο αριθμό πλοίων από την ξηρά μέσα στον Κεράτιο κόλπο, με αποτέλεσμα η Πόλη να βομβαρδίζεται συνεχώς και από την ξηρά και από τη θάλασσα.

Οι τελευταίοι πρόμαχοι της Βασιλεύουσας αγωνίζονταν υπεράνθρωπα και ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος έδινε πρώτος στους πολεμιστές του το παράδειγμα της ηρωικής αποφασιστικότητος. Η φθονερή όμως και αχάριστη τύχη τούς εγκατέλειψε και τους πρόδωσε. Οι Ευρωπαίοι και οι Βαλκάνιοι επύκνωναν τις τάξεις του Τουρκικού στρατού. Ύστερα από συνεχείς επιθέσεις 7 εβδομάδων, τα τείχη της πολιορκούμενης Πόλης άρχισαν να εμφανίζουν σοβαρά ρήγματα. Η τελική έκβαση ήταν πλέον ορατή και η άλωση αναπότρεπτη.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ_ΑΛΩΣΗΣτις 29 Μαΐου του 1453, ημέρα Τρίτη, ο Σουλτάνος αποφάσισε να εξαπολύσει γενική επίθεση. Την παραμονή το βράδυ και ενώ ο Μωάμεθ προετοίμαζε τα στρατεύματά του για τη μάχη και οι δερβίσηδες προσπαθούσαν να εξάψουν το θρησκευτικό φανατισμό των μουσουλμάνων, οι Χριστιανοί Έλληνες τελούσαν στην Αγία Σοφία την τελευταία Θεία Λειτουργία. Μετά την απόλυση, οι πολεμιστές γύρισαν στις θέσεις τους και ο αυτοκράτορας επιθεωρούσε όλη τη νύχτα τις αμυντικές γραμμές. Τις πρώτες πρωινές ώρες άρχισε η γενική επίθεση. Οι ηρωικοί υπερασπιστές της Πόλης απέκρουσαν με επιτυχία τις πρώτες επιθέσεις. Ο σουλτάνος, όμως, διέθετε πολλές εφεδρείες και το επίλεκτο σώμα των γενιτσάρων κατόρθωσε να ανέβει στο τείχος. Στην πιο κρίσιμη στιγμή, τραυματίστηκε ο Γενουάτης Ιωάννης Ιουστινιάνης που ήταν επικεφαλής 300 Γενουατών και αποχώρησε από τη μάχη. Όταν οι αμυνόμενοι είδαν το σύμμαχό τους να αποχωρεί από την πρώτη γραμμή, ακολουθούμενος από τους συμπολεμιστές του, ένιωσαν σύγχυση, πράγμα που διευκόλυνε την είσοδο των Τούρκων στην Πόλη. Λέγεται, μάλιστα, ότι μερικοί Τούρκοι πολεμιστές επέτυχαν να εισέλθουν στην Πόλη από ένα στενό πέρασμα, την περίφημη Κερκόπορτα, που ήταν αφύλακτη, και να βρεθούν στα νώτα των αμυνομένων, οι οποίοι συνειδητοποίησαν ότι είχαν περικυκλωθεί από παντού. Και ενώ οι Τούρκοι έστηναν τα λάβαρα και τις σημαίες τους στα τείχη, ακούστηκε η ανατριχιαστική, πανικόβλητη κραυγή: «Ἡ Πόλις ἑάλω».

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ_ΙΑ_ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣΟ Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος αγωνίσθηκε μέχρι την τελευταία στιγμή και μέσα στην άγρια συμπλοκή στην πύλη του Αγίου Ρωμανού βρήκε τον θάνατο. Ο Μωάμεθ ανεζήτησε το πτώμα του, αλλά ο τελευταίος αυτοκράτορας έπεσε ως απλός, άγνωστος στρατιώτης. Η λαϊκή Μούσα εξύμνησε  τον μαρτυρικό αυτοκράτορα και η λαϊκή φαντασία τον εμαρμάρωσε για να τον μεταστοιχειώσει σε αιώνιο σύμβολο ανδρείας και αξιοπρέπειας και αυτοθυσίας. Υπήρξε ο ευγενέστερος πολέμαρχος της Ελληνικής Ιστορίας. Όταν ο Μωάμεθ Β΄ τον καλούσε να του παραδώσει την Πόλη και να φύγει ανενόχλητος, εκείνος απάντησε όπως ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες: «Το να παραδώσω την Πόλη δεν είναι ούτε στη δική μου εξουσία, ούτε στην αρμοδιότητα κανενός άλλου από αυτούς που κατοικούν σ΄αυτήν. Όλοι αποφασίσαμε από κοινού να πεθάνουμε με τη θέλησή μας και να μη λυπηθούμε τη ζωή μας.» Η γενναία αυτή απάντηση φανερώνει πνεύμα γενναίου στρατιώτη, αφοσιωμένου Χριστιανού και ηγέτη που έχει συνείδηση του καθήκοντός του απέναντι στο λαό του και την Ιστορία του Έθνους του.

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες κράτησε η απάνθρωπη και κτηνώδης λεηλασία της Πόλης. Καταστράφηκαν μνημεία μοναδικής τέχνης, αντικείμενα ανυπολόγιστης αξίας, πολύτιμα χειρόγραφα, εικόνες και εκκλησιαστικοί θησαυροί που αποτελούσαν το καύχημα ολόκληρης της Χριστιανοσύνης.

Στο Ανακάλημα της Κωνσταντινόπολης, το πρωιμότερο και λογοτεχνικά αξιολογότερο θρήνο για την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, ο ανώνυμος ποιητής εκφράζει παραστατικά το κοινό αίσθημα για την εθνική συμφορά:

«Ο νους μου και ο λογισμός συγχύζεται να γράψει,
να στιχοπλέξει αστοχεί την Άλωσιν της Πόλης.
Εσείς βουνά θρηνήσετε και πέτρες ραγισθείτε
και ποταμοί φυράνετε και βρύσες ξεραθείτε,
διότι εχάθη το κλειδί όλης της οικουμένης
το μάτι της Ανατολής και της Χριστιανοσύνης.»

Η είδηση της Αλώσεως της Βασιλεύουσας Πόλης προκάλεσε κατάπληξη σε όλο τον Χριστιανικό κόσμο. Το Βυζάντιο ήταν ο χώρος μέσα στον οποίο επέζησε επί 11 αιώνες ο πολιτισμός της Ελληνορωμαϊκής αρχαιότητος. Διέσωσε από τον αφανισμό τα Ελληνικά Γράμματα, το Ελληνορωμαΐκό Δίκαιο, τη φιλοσοφία και την επιστήμη. Ανέπτυξε τη θεολογία, δημιούργησε υψηλής στάθμης Χριστιανική Γραμματεία και μοναδικής πνευματικότητος Τέχνη, η οποία αποτελεί τη λαμπρότερη έκλαμψη του Βυζαντινού Πολιτισμού. Τα Βυζαντινά μνημεία και τα ανά την οικουμένη διασκορπισμένα έργα του Πνεύματος και της Τέχνης, συνδεδεμένα άρρηκτα με την Ιστορία, την Θεολογία, την Παιδεία, τη Λογοτεχνία και την Κοινωνική Πρόνοια, μαρτυρούν την ποιότητα του πολιτισμού που εδημιούργησε και μεταλαμπάδευσε στη Ρωσία, τα Βαλκάνια και τη Δυτική Ευρώπη ο Χριστιανικός Ελληνισμός.

Οι Βυζαντινοί είχαν συναίσθηση της Ελληνικής τους καταγωγής και της Ελληνικής τους πνευματικής συγκρότησης. «Ἕλληνες ἐσμέν τό γένος καί τήν παιδείαν, ὡς ἡ τέ φωνή καί ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ», έλεγεν  ο φιλόσοφος Γεώργιος Πλήθων ο Γεμιστός. Και ο σπουδαιότερος βυζαντινολόγος του 20ου αιώνα, ο Άγγλος ευπατρίδης Στήβεν Ράνσιμαν, παρατηρεί ότι: «Οι Βυζαντινοί έβλεπαν τους εαυτούς τους ως τους κληρονόμους της Ελλάδος και της Ρώμης, φωτοστεφανωμένους από τη Χριστιανική πίστη.»

ΑΓΙΑ_ΣΟΦΙΑ_ΣΗΜΑΙΑΊσως μερικοί να διερωτώνται τι σημασία μπορεί να έχουν οι εκδηλώσεις για «χαμένες» πατρίδες και οι αναφορές σε δόξες του παρελθόντος. Ίσως τα ενθυμήματα αυτά να τα θεωρούν αφελή ιδεολογήματα ή στην καλύτερη περίπτωση να χαμογελούν με ειρωνική διάθεση. Ως εκπαιδευτικός, έχω τη γνώμη και την πεποίθηση ότι η διάσωση της ιστορικής μνήμης είναι θέμα παιδαγωγικής δεοντολογίας. Διατηρούμε ζωντανή την εθνική μνήμη, χωρίς φαντασιώσεις, μεγαλοϊδεατισμούς και μικρονοϊκές αυταπάτες.

Η Κωνσταντινούπολη την οποία μνημονεύουμε και με την Ιστορία και τον Πολιτισμό της οποίας ασχολούμαστε, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη σημερινή Ισταμπούλ και αυτό πρέπει να είναι από όλους ξεκάθαρα κατανοητό. Εμείς αναφερόμαστε στην πάλαι ποτέ πρωτεύουσα της Χριστιανικής Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Ελληνικού Έθνους, η οποία έπεσε με το σπαθί στο χέρι, όπως πολύ εύστοχα σημείωσε ο διαβόητος γερμανός ιστορικός Ιάκωβος-Φίλιππος Φαλμεράυερ. Η σημερινή Ισταμπούλ είναι μια πολυάνθρωπη Τουρκική μεγαλούπολη, με χρώμα μουσουλμανικό και χαρακτήρα νεοτουρκικό. Εμάς μας ενδιαφέρει η παλαιά Χριστιανική Κωνσταντινούπολη, η καθέδρα της Χριστιανικής Ορθοδοξίας, η Πόλη των Οικουμενικών Συνόδων, το πρυτανείον της Ελληνοχριστιανικής παιδείας, το καύχημα και το σέμνωμα της προ του 1453 Ελληνοκρατούμενης Ανατολής. Μνημονεύουμε και σπουδάζουμε την Κωνσταντινούπολη του Πανδιδακτηρίου, του Πανεπιστημίου της Μαγναύρας και της περιώνυμης Μονής τους Στουδίου· την Κωνσταντινούπολη του Γρηγορίου του Θεολόγου, του Ιερού Χρυσοστόμου, του Μεγάλου Φωτίου, του Λέοντος του Μαθηματικού και Φιλοσόφου, του Προκοπίου και της Άννης της Κομνηνής, του Ρωμανού του Μελωδού και της υμνογράφου Κασσιανής· την Κωνσταντινούπολη των Μαϊστόρων, των Πρωτοψαλτών και των Λαμπαδαρίων, την οποίαν αντιμετωπίζουμε ως υπόσταση πνευματική, ως ιστορικό σταθμό και ως μέγεθος πολιτιστικής παραδόσεως, όπως ακριβώς και την Ιερουσαλήμ, την Αλεξάνδρεια, την Αντιόχεια, την Έφεσο και την Καισάρεια. Οι πόλεις αυτές, οι εξαγιασμένες και αποπνευματοποιημένες, που έχουν μεταστοιχειωθεί σε σύμβολα της ενυπόστατης σοφίας, θα παραμείνουν ελεύθερες και ακμάζουσες εις τον αιώνα και θα γονιμοποιούν τη σκέψη των ανθρώπων εις μακρότητα ημερών. Η ιστορική γεωγραφία δεν είναι ούτε εθνικιστική προπαγάνδα, ούτε αλυτρωτική επιδίωξη, ούτε μεγαλομανής ιδεοληψία. Είναι μέγιστον μάθημα πνευματικής, εθνικής και πολιτισμικής αυτογνωσίας.

PATRIARXEIO2Η σημερινή Κωνσταντινούπολη μάς ενδιαφέρει διότι εκεί υπάρχει η πολύπαθη και μαρτυρική ομογένειά μας και κυρίως και προπάντων επειδή εκεί παραμένει το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, το οποίο εν μέσω αλλογλώσσων, αλλοφύλων και αλλοθρήσκων δίνει καθημερινά τη Χριστιανική του μαρτυρία ως ομοίωμα του Πάσχοντος Χριστού και ακτινοβολεί ως φάρος τηλαυγής της Ορθοδοξίας και της Οικουμενικής Χριστιανοσύνης. Οι όπου γης διαβιούντες Ορθόδοξοι Χριστιανοί στρέφουμε τη σκέψη μας προς τον Πρακαθήμενο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, τον Οικουμενικό μας Πατριάρχη, τον από του άμβωνος του Ιερού Χρυσοστόμου επευλογούντα το Χριστεπώνυμον πλήρωμα και την αγάπην και ειρήνην του Θεού τοις πάσιν ευαγγελιζόμενον.

Όταν το 1437, οι Βυζαντινοί Έλληνες πιεζόμενοι και συνθλιβόμενοι από τις συνεχώς εντεινόμενες κατακτητικές πολεμικές επιχειρήσεις των Οθωμανών Τούρκων απεφάσισαν να συναινέσουν στην Ένωση των Εκκλησιών, αποδεχόμενοι τους όρους του Πάπα, μόνο και μόνο για τη σωτηρία της Πατρίδος, συνέβη το εξής αξιομνημόνευτο περιστατικό, το οποίο μας διέσωσε ο ιστορικός της Αλώσεως Μιχαήλ Δούκας:

Την ημέρα που οι συνοδείες του αυτοκράτορα Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου και του Πατριάρχη Ιωσήφ Β΄ έφτασαν στη Βενετία, οι Βενετοί υποδέχτηκαν τους Έλληνες με εγκαρδιότητα και τους παρεχώρησαν ιερό ναό για να τελέσουν τη Θεία Λειτουργία. Την ημέρα εκείνη, συγκεντρώθηκαν όλοι οι κάτοικοι της Βενετίας, άνδρες και γυναίκες, για να δουν και να ακούσουν από κοντά τη Θεία Μυσταγωγία, σύμφωνα με την τάξη της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Και αφού παρηκολούθησαν με κατάνυξη τη Θεία Λειτουργία, εδάκρυσαν και ανεφώνησαν εκ βάθους ψυχής το: «Φύλαξον, Κύριε, την Εκκλησίαν Σου άτρωτον από των βελών του πονηρού». Εμείς οι Βενετοί μέχρι τώρα δεν είχαμε ξαναδεί Έλληνες, ούτε γνωρίζαμε τις τελετές τους. Είχαμε μόνο ακούσει κάποιες φήμες απόμακρες και τους θεωρούσαμε βαρβάρους. Τώρα, όμως, είδαμε και πιστέψαμε ότι αυτοί είναι οι πρωτότοκοι υιοί της Εκκλησίας και μέσα τους λαλεί και ενεργεί το πνεύμα του Θεού. «Νῦν δέ εἴδομεν καί πεπιστεύκαμεν ὅτι αὐτοί εἰσίν οἱ πρωτότοκοί της Ἐκκλησίας υἱοί καί πνεῦμα Θεοῦ ἐστί τό λαλοῦν καί ἐνεργοῦν ἐν αὐτοῖς.»

Η Εκκλησία εκτός από το πνευματικό, αγιαστικό, ποιμαντικό φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο που επιτελεί, συντηρεί και την ιστορική μνήμη, διότι οι πιστοί μέσα στη Θεία Λατρεία βιώνουν την ιερή ιστορία και συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος συνάπτεται με την αιωνιότητα, εφόσον σε κάθε Ακολουθία, το παρελθόν και το μέλλον συναιρούνται σε ένα αιώνιο παρόν.

Των υπέρ πίστεως και πατρίδος ηρωικώς αγωνισαμένων και ενδόξως πεσόντων εις τας επάλξεις της Βασιλείδος των Πόλεων, τελευταίων γενναίων προμάχων του Βυζαντίου, αιωνία η μνήμη!

Γεώργιος Κ. Αγγελινάρας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *