Τὰ μεῖον τοῦ προτεσταντισμοῦ (Α′) – Λούθηρος

MARTINOS_LOUTHIROS

Μαρτίνος Λούθηρος

Προτεσταντισμὸς  εἶναι τὸ μεταρρυθμιστικὸ κίνημα τοῦ Μαρτίνου Λουθήρου ποὺ ἐξερράγη καὶ ἁπλώθηκε στὴ Δύσι (Γερμανικές, Σκανδιναβικές, Ἀγγλοσαξωνικές, καὶ ἄλλες χῶρες) τὸ 16ο αἰῶνα, ἀπὸ ἀντίδρασι στὶς αὐθαιρεσίες, δογματικὲς καὶ διοικητικὲς καινοτομίες, οἰκονομικὲς καὶ ἄλλες ἀτασθαλίες καὶ καταχρήσεις, τὴ διαφθορά, τὴν ἔκδοσι τῶν ἠθῶν τοῦ παπικοῦ «κλήρου» καὶ πολλὰ ἄλλα κακὰ τοῦ παπισμοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου ὁ Λούθηρος καὶ οἱ ὁμοϊδεάτες του Σβίγγλιος καὶ Καλβῖνος διαμαρτυρήθηκαν, διασπάστηκαν ἀπὸ τὸν παπισμὸ καὶ δημιούργησαν δική τους πτέρυγα, τὴν προτεσταντική, ποὺ στὴ συνέχεια τεμαχίστηκε κὶ αὐτὴ σὲ πολλὰ κομμάτια.

Προτεσταντισμὸς (protestantiο) = διαμαρτυρία. Διαμαρτυρία κατὰ τοῦ παπισμοῦ.  Αἵρεσι ὁ παπισμός, αἵρεσι ἐξ αἱρέσεως καὶ ὁ προτεσταντισμός.  Ἀργότερα ὠνομάστηκαν Εὐαγγελικοί. Ἀλλὰ τὸ «Προτεστάντες» εἶναι λάθος τους, ἐνῷ τὸ «Εὐαγγελικοὶ» εἶναι ψέμα. Διότι δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι εἶναι ἄνθρωποι τοῦ Εὐαγγελίου. Θέλουν μὲν νὰ φαίνωνται ὅτι γνωρίζουν τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα ἡ πλειονότητα τῶν ὀπαδῶν τους ἔχουν παχυλὴ ἄγνοια, εἶναι ἀδιάφοροι, ἐνῷ αὐτοὶ ποὺ τὸ γνωρίζουν, καὶ ὁ ἴδιος ὁ Λούθηρος, ἀνέκαθεν τὸ γνωρίζουν στραβὰ κὶ αἱρετικά, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ καθένας τὸ ἑρμηνεύει ὅπως θέλει, μέχρι γελοιότητος.

Οἱ ἑρμηνεῖες τῶν προτεσταντῶν εἶναι σκέτη λογόρροια καὶ ἀσχετοσύνη. Περίπου εἶναι στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀγραμμάτου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔτρωγε τυρὶ τὸ Σάββατο, διότι διάβασε στὸ Εὐαγγέλιο «Οὐ τηρεῖ τὸ Σάββατον». Καὶ σὰν τὸν ἄλλο ποὺ ἔλεγε ὅτι τὸ ἦν δὲν εἶναι ῥῆμα, ἀλλὰ παρατατικός.  Ὁ ἴδιος ὁ ἱδρυτής τους δὲν εἶναι σὲ θέσι νὰ ξεχωρίσῃ τὰ ἀπαραίτητα ἔργα ποὺ ἀπαιτοῦνται γιὰ τὴ σωτηρία, ὅπως εἶναι ἡ ἁγνότητα, ἡ μετάνοια, ἡ ἀγάπη, ἡ φιλανθρωπία, ἡ δικαιοσύνη, κλπ. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὡς θεολόγος ἦταν ἀνεπαρκὴς καὶ οἱ δυνατότητές του μικρῆς ἐμβέλειας, ὑπέβοσκε καὶ ἡ ὑπόνοια ὅτι ἡ ὅλη συμπεριφορά του ἦταν διαταραγμένη.

«Ὁ Λούθηρος εἶχε μὲν καὶ βραδύτερον ἐσωτερικὰς ἀγωνίας, ἀλλὰ δι᾿ ἄλλας αἰτίας, δι᾿ ἐλλείψεις τῶν μετ᾿ αὐτοῦ συνεργαζομένων προσώπων, ἐνίοτε διὰ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀπέναντι Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων θὰ ὑπεῖχεν αὐτός, ἂν τυχὸν τὸ ἀρξάμενον ἔργον τῆς μεταρρυθμίσεως ἦτο ἐσφαλμένον. Αἱ ἀγωνίαι αὗται ἦσαν ἄλλης φύσεως. Ἐσχετίζοντο μὲ τὴν νευρικότητα, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὸ 1520 ἀπέκτησε (σ.σ. σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν) καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἠναγκάζετο νὰ λαμβάνῃ ὑπνωτικά»· H. Bohmer, Der iunge Luther,1939, σ. 95-116 (παρὰ Β. Στεφανίδῃ).

Κατ᾿ ἄλλον μελετητὴ ὁ Λούθηρος «ἀπὸ τὴν ὅλη ἱστορία του δὲν φαίνεται νὰ τὰ εἶχε τετρακόσια. Παρεκτὸς δὲ τῆς μικρονοίας του ἢ τῆς μικρῆς καταρτίσεώς του εἶχε καὶ κάτι τὸ ψυχολογικό, ὅπως φαίνεται ἀπὸ πολλὲς ἐνέργειές του καὶ πολλὰ κείμενά του. Βέβαια, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μόνο ἕνας τέτοιος χρειαζόταν γιὰ νὰ δυναμιτίσῃ τὸν τότε πάπα τῆς Ῥώμης, ἀλλ᾿ ὡς πνευματικὸς ἡγέτης ἐκκλησίας ἦταν πρόσωπο τελείως ἀκατάλληλο. Εἶχε συμπεριφορὰ καὶ σκεπτικὸ γόνου ἀλκοολικῶν καὶ σεξουαλικὴ κάψα καταπιεσμένου»· (Βλ. Κ. Σιαμάκη, Μελέτες 5,444.)

Ἐνδεικτικὰ τῆς ψυχολογικῆς του ἀστάθειας ἦταν καὶ ἡ κουρά του σὲ μοναχὸ σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν, ἡ αἰτία ποὺ ἔγινε μοναχός καὶ  μετὰ 2 χρόνια ἱερεύς, καθὼς καὶ ὁ μετὰ ἀπὸ 20 χρόνια γάμος του. Μιὰ καταιγίδα τὸν τρομοκράτησε καὶ ἔδωσε ὑπόσχεσι,ἂν σωθῇ, νὰ γίνῃ μοναχός. Καὶ ἔγινε, ἐνταχθεὶς στὸ μοναχικὸ τάγμα τῶν Αὐγουστινιανῶν. Ἔτσι «ποδαράτα» στὰ 24 ἔγινε καὶ ἱερεὺς κατὰ βαρειὰ παράβασι τῆς ῥητῆς ἐντολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Α΄ 3,1-13· Ττ 1,6-9). Καὶ ἀκόμη πιὸ ἐπιπόλαια στὰ 42 του ἔμπλεξε μὲ τὴν πρώην μοναχὴ εἰκοσιτεράχρονη Κατερίνα, κατὰ 15 χρόνια νεώτερή του, τὴν ὁποία τελικὰ καὶ παντρεύτηκε· (Β. Στεφανίδης, Ἐκ. ἱστ., σ. 598). Στὸ μεταξὺ στὰ φοιτητικά του χρόνια ἦταν ὁ ἐπ᾿ ἀμοιβῇ ἐραστὴς τῆς σπιτονοικοκυρᾶς του.

Τίποτε ἀπ᾿ ὅλα ἀπὸ πεποίθησι, οὔτε ἡ ἔνταξί του στὸν ἄγαμο βίο, οὔτε ὁ γάμος του, οὔτε ἡ χειροτονία του. Ὅλα συγκυριακά, ἐνδεικτικὰ τοῦ μεταπτωτικοῦ χαρακτῆρος του, ἀκόμη κὶ αὐτὸ τὸ κίνημά του, γι᾿ αὐτὸ καὶ κατάντησε ὅπως κατάντησε. Οἱ ὀπαδοί του ἀποτίναξαν βέβαια ἀπὸ πάνω τους τὴν εἰδωλολατρία τοῦ παπισμοῦ. Δὲν ἔχουν στὶς δοξασίες τους καὶ στὴ «λατρεία» τους τίποτε εἰδωλολατρικό, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀλήθεια ὅτι εἶναι Χριστιανοὶ καὶ μάλιστα ἄνθρωποι τῆς Βίβλου.

 Ἀθανάσιος Γ. Σιαμάκης, ἀρχιμανδρίτης

(ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ, βλ. στὸ Δ καὶ τελευταῖο.)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *