Η θεία σοφία του δωδεκαετούς Ιησού

Ιησούς δωδεκαετής στο ναό

Ιησούς δωδεκαετής στο ναό

Λκ 2,20-21· 40-52 Περιτομή

Το κυρίως εορταζόμενο γεγονός σήμερα είναι η περιτομή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η συζήτηση που είχε ο δωδεκαετής Ιησούς με τους διδασκάλους του Ισραήλ. Στα γεγονότα αυτά εξ άλλου αναφέρεται και η ευαγγελική περικοπή την οποία θ’ ακολουθήσουμε. Αρχίζει από την επιστροφή των ποιμένων από τη φάτνη. «Και γύρισαν πίσω οι ποιμένες αναπέμποντας δόξα και αίνο στο Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, όπως ακριβώς λέχτηκαν προς αυτούς πριν πάνε (20).»

Ας κάνουμε μια αναδρομή στους στίχους που δεν συμπεριλαμβάνονται στο ανάγνωσμά μας (8-18), για να σχηματίσουμε ολοκληρωμένη εικόνα.
Πού ήταν οι ποιμένες; Ήταν στη φάτνη όπου γεννήθηκε ο Χριστός.
Και πού γύρισαν; Στα ποίμνιά τους.
Ποιά ήταν αυτά που άκουσαν και είδαν; Εκείνα που τους είπε ο άγγελος: «Σας γνωρίζω μια χαρά μεγάλη για όλο το λαό, ότι γεννήθηκε σήμερα στην πόλη του Δαυΐδ ο σωτήρας που είναι ο χρισμένος Κύριος» (10-11). Παρακινώντας τους ο άγγελος να παν να δουν, πρόσθεσε: «Και αυτό το σημάδι θα σας βοηθήσει να τον βρείτε: θα βρείτε ένα βρέφος τυλιγμένο στα σπάργανά του τοποθετημένο στη φάτνη» (12). Άκουσαν επίσης οι ποιμένες τον αίνο προς το Θεό της πολυπληθούς στρατιάς των αγγέλων, όταν τους είδαν εντελώς ξαφνικά να εμφανίζονται μπροστά τους, εκεί που έβοσκαν τα πρόβατα, να λένε: «Δόξα στον ύψιστο Θεό και πάνω στη γη ειρήνη, στους ανθρώπους ευαρέσκεια Θεού» (13-14). Είδαν άγγελο και αγγέλους. Άκουσαν μηνύματα υπερφυσικά και πρωτάκουστα.

Και τί έκαναν οι βοσκοί, όταν έφυγαν οι άγγελοι; Είπαν: «Ας πάμε λοιπόν μέχρι τη Βηθλεέμ κι ας δούμε την αληθινή αυτή είδηση που μας μετέδωσε ο Κύριος. Και πήγαν βιαστικά και βρήκαν και την Μαριάμ και τον Ιωσήφ και το βρέφος να κοίτεται στη φάτνη. Και τους πληροφόρησαν οι ποιμένες για όσα λόγια λαλήθηκαν σ’ αυτούς και όσα γεγονότα είδαν με τα μάτια τους σχετικά με το παιδί αυτό. Και όλοι όσοι άκουσαν τις πληροφορίες των ποιμένων (Ιωσήφ, Μαρία, άλλοι επισκέπτες) θαύμασαν από τις ειδήσεις που τους μετέδωσαν» (15-18).

Στη συνέχεια γύρισαν πίσω οι ποιμένες αναπέμποντας δόξα και αίνο στο Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, όπως ακριβώς τους είχαν λεχθεί προς αυτούς πριν πάνε.

Στο μεταξύ, όταν συμπληρώθηκαν οι ημέρες της περιτομής του παιδιού, που γινόταν την ογδόη ημέρα της ζωής του κάθε Ιουδαίου, έγινε η περιτομή του και του δόθηκε το όνομα Ιησούς, που το είχε αναγγείλει ο άγγελος προτού να συλληφθεί στην κοιλιά της μητέρας του… Και το παιδί μεγαλώνοντας και δυναμώνοντας σωματικά με την επενέργεια της θεότητος που ήταν μέσα του, γέμιζε από σοφία και η χάρη του Θεού ήταν επάνω του (20-21· 40).

Κατά την περιτομή, ως γνωστόν, έκοβαν το δέρμα που καλύπτει το εμπρόσθιο μέρος του γεννητικού οργάνου, δηλαδή την καλύπτρα της βαλάνου. Η καλύπτρα αυτή λεγόταν ακροβυστία, η δε περικοπή της περιτομή. Είχε ορισθεί από το Θεό1 να γίνεται σε κάθε αρσενικό παιδί του Ισραήλ, για να ξεχωρίζουν οι Ιουδαίοι από τα άλλα έθνη. Μαζί με την περιτομή δινόταν και το όνομα. Στο Χριστό δόθηκε το προφητευμένο όνομα Ιησούς, που σημαίνει σωτήρας. Στο χριστιανικό κόσμο, η περιτομή αντικαταστάθηκε από το βάπτισμα.

Η περιτομή του Χριστού, όπως και η εννεάμηνος κύησή του και η γέννησή του και η σταύρωσή του δεν δείχνουν μόνο την ταπείνωσή του, αλλά πιστοποιούν και την ανθρώπινη φύση του και την εξομοίωσή του με τους κοινούς ανθρώπους και αποστομώνουν τους δοκήτες2 και αργότερα τους μονοφυσίτες, που αρνούνταν την ανθρώπινη φύση του, λέγοντας ότι δεν σαρκώθηκε πραγματικά, αλλά κατά φαντασίαν.

Το μεγάλωμα και το δυνάμωμα του Ιησού αναφέρονται στην ανθρώπινη φύση του. Όχι στη θεία. Η Θεία φύση ήταν όλη επάνω του, μέσα του και εκδηλωνόταν όλο και περισσότερο, καθώς μεγάλωνε σωματικά.

Αν η θεότητά του εκδηλωνόταν ολόκληρη από τη βρεφική του ηλικία, δεν θα γινόταν πιστευτό ότι είναι αληθινός άνθρωπος και οι προειρημένοι αιρετικοί θα πανηγύριζαν. Θα μπορούσε λ.χ. να μας σώσει και ως βρέφος, αλλά χρειάστηκε να φτάσει τα 33 του, στην ακμαιότερη ηλικία, για να μας σώσει. Αν πάλι η θεότητά του ήταν προοδευτική και όχι όλη εφάπαξ, θα πανηγύριζαν οι άλλοι αιρετικοί, οι αρνούμενοι τη θεότητά του3. Αλλ’ η σωστή κατανόηση του στίχου δεν αφήνει περιθώρια στην εκατέρωθεν κακοπιστία των αιρετικών.

Και συνεχίζει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «Οι γονείς του Ιησού πήγαιναν κάθε χρόνο στην Ιερουσαλήμ κατά τη γιορτή του πάσχα. Κι όταν ήταν δώδεκα ετών είχαν ανεβεί πάλι στα Ιεροσόλυμα, όπως το επέβαλλε το έθιμο της γιορτής. Σαν τέλειωσαν οι ημέρες του πάσχα, στην επιστροφή ο Ιησούς, το παιδί, είχε παραμείνει στα Ιεροσόλυμα, και δεν το ήξεραν ο Ιωσήφ και η μητέρα του. Με την ξεγνοιασιά ότι ο Ιησούς είναι στο καραβάνι, προχώρησαν δρόμο μιας ημέρας και (το βράδυ) τον αναζητούσαν στους συγγενείς και στους γνωστούς. Κι επειδή δεν τον βρήκαν σ’ αυτούς, γύρισαν πίσω στην Ιερουσαλήμ, αναζητώντας τον (41-45).

Εκεί, μετά από τρεις μέρες συνολικά, τον βρήκαν στο ιερό να κάθεται ανάμεσα στους διδασκάλους και να τους ακούει και να τους ρωτάει συνεχώς. Και όλοι όσοι τον άκουγαν καταπλήσσονταν από τη σύνεσή του και τις απαντήσεις του. Κι όταν τον είδαν έμειναν κι αυτοί κατάπληκτοι και του λέει η μητέρα του: «Παιδί μου, γιατί το έκανες αυτό; Να, ο πατέρας σου κι εγώ με πολλή αγωνία σε αναζητούσαμε (46-48).»

Και τους λέει: «Για ποιο λόγο με ζητούσατε; Δεν ξέρατε ότι πρέπει να είμαι στα του πατέρα μου;»  Αλλ’ αυτοί δεν κατάλαβαν αυτό που τους είπε. Και κατέβηκε μαζί τους και ήρθε στη Ναζαρέτ και ζούσε με υποταγή σ’ αυτούς. Και η μητέρα του όλ’ αυτά τα λόγια του τα διατηρούσε μέσα στο νου της. Και ο Ιησούς προόδευε στη σοφία και στο ανάστημα και στη χάρη για το Θεό και για τους ανθρώπους (49-52).»

Σχόλια:
Α. Ο Ιησούς, αν και δωδεκάχρονος, είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του Ιωσήφ και της μητέρας του και εκείνοι τον άφηναν ελεύθερο να κινείται μέσα στο καραβάνι ανάμεσα στους γνωστούς και συγγενείς, που συνοδοιπορούσαν. Όταν όμως δεν τον βρήκαν εκεί που πίστευαν ότι θα είναι, μπήκαν σε οξεία αγωνία και στην ταλαιπωρία της νυχτερινής επιστροφής στα Ιεροσόλυμα. Ο Ιησούς τους έδωσε το πρώτο δείγμα της πρώτης και μερικής αυτονομήσεως και απεξαρτήσεως, όχι για να τους βάλει σε αγωνία, αλλά μέσα απ’ αυτήν να καταλάβουν καλύτερα ότι όσα άρχισαν να τον απασχολούν είναι μεγάλα, έχουν σχέση με τον ουράνιο πατέρα του και με το σχέδιο εκείνο για τη σωτηρία του κόσμου.

Β. Ο δωδεκαετής Κύριος καθόταν, άκουγε και υπέβαλλε ερωτήσεις τη μία πίσω από την άλλη, όχι για να μάθει ούτε για το τί θ’ απαντήσουν. Διότι όλα τα ήξερε. Τους ρωτούσε για να τους προβληματίσει ως προς το πρόσωπό του. Και το πέτυχε. Οι διδάσκαλοι εξεπλάγησαν από τις απαντήσεις του, απίστευτες για ένα παιδί της ηλικίας του. Οι σοβαρές, δυσαπάντητες και πρωτότυπες  ερωτήσεις, καθώς επίσης και οι ευχερείς απαντήσεις του στις δικές τους ερωτήσεις, πρόδιδαν μια πρώιμη και προηγμένη και απροσδόκητη σοφία και σύνεση. Πράγματι, επιβεβαιώνεται, όπως λέει ο ευαγγελιστής, ότι το «παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας και χάρις Θεού ην επ’ αυτώ» (40). Προφανώς ένα μέρος των συζητήσεων να άκουσαν και ο Ιωσήφ και η μητέρα του.

Γ. Η ερώτηση της μητέρας του περιέχει ελαφρώς και το στοιχείο της επιπλήξεως, διότι εκτέθηκαν, αλλά και διότι κυρίως η αγωνία τους έως ότου τον βρουν ήταν πολύ μεγάλη και η ταλαιπωρία τους ουκ ολίγη. Η δε απάντηση του Ιησού περιέχει ελαφρώς κάποια ενόχλησή του από το ερώτημά τους και κάποια στοιχεία ανταποδόσεως του ελέγχου προς αυτούς, διατηρώντας όμως το σεβασμό του.

Προφανώς, ήθελε να τους περάσει το μήνυμα ότι όσα θαυμαστά είδαν και άκουσαν μέχρι τώρα γύρω από το πρόσωπό του (σύλληψη, γέννηση, προσκύνηση των βοσκών και των μάγων, αστέρι, αγγελοφάνειες, διάσωση από τον Ηρώδη, λόγια του Συμεών του πρεσβύτου, λόγια της Άννας του Φανουήλ, εκπλήρωση αρχαίων προφητειών, απαντήσεις και ερωτήσεις τώρα προς τους διδασκάλους του Ισραήλ), θα έπρεπε να τους είχαν δώσει να καταλάβουν ότι είναι Γιος του Θεού. Άλλωστε γι’ αυτό αρέσκεται να βρίσκεται σε χώρους όπως ο ναός και σε συζητήσεις που ανήκουν στη δικαιοδοσία του Πατέρα του. Να καταλάβουν επίσης ότι δεν κινδυνεύει να χαθεί, όπως αυτοί νομίζουν, ούτε χρήζει πια αμέσου κηδεμονίας, όπως μέχρι τώρα που ήταν βρέφος ή νήπιο4.

Αυτοί βέβαια δεν κατάλαβαν τί εννοούσε, αλλά η μητέρα του διατηρούσε στη μνήμη της όλα όσα άκουγε, έβλεπε και αισθανόταν για το γιό της και εν καιρώ τα επεξεργαζόταν, σε συνδυασμό με όσα της είπε ο Γαβριήλ στον ευαγγελισμό της, και διαπίστωνε γεμάτη θαυμασμό να εκτυλίσσεται μπροστά της το θαύμα του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Αργότερα προφανώς τα διηγήθηκε στο Λουκά, και εκείνος τα κατέγραψε εδώ στην αρχή του Ευαγγελίου του.

Δ. Αφού ακόμη ούτε οι άνθρωποί του δεν είχαν αρχίσει να καταλαβαίνουν το ρόλο του, και εξάλλου καθώς δεν είχε έρθει ακόμη και η ώρα του, μπήκε πάλι στην υποταγή των γονέων του με τη συνηθισμένη έννοια της υποταγής ενός κοινού παιδιού της ηλικίας του στους γονείς του, έως ότου ανδρωθεί και γίνει πειστικότερος για τη Θεία αποστολή του.

Αθανάσιος Γ. Σιαμάκης, αρχιμανδρίτης

1. Γε 17,10-14· 23· Έξ 12,44· Λε 12,1-3· Βλ. Σιαμάκη Κ., Λεξικό Κ.Δ., λ. περιτομή.

2. Δοκήται είναι οι αιρετικοί των πρώτων χριστιανικών χρόνων, που δέχονταν ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είχε πραγματικό σώμα, ούτε κατά τη γέννησή του ούτε κατά τη σταύρωσή του, αλλά μόνο φαινομενικό, κατά δόκησιν (εξ ου δοκήται). Πρώτη επισήμανση και καταδίκη τους γίνεται από τους αποστόλους Παύλο (Α΄ Τι 1,4· 4,7· Ττ 1,14· 3,9) και Ιωάννη (Β΄ 7· Α΄ 4,3), και αμέσως μετά από τον Ιγνάτιο Αντιοχείας (Τραλλ, 9,1-12· Σμυρ. 4,2· 5,1-2· ΒΕΠ 2,273· 280), και τον Ιππόλυτο (Έλεγχ. 7,28· ΒΕΠ 5,327). Για περισσότερα βλ. Μητροπούλου Ν., Δοκηταί, στην ΘΗΕ 5,149-151· Στεφανίδου Β., Εκ. ιστ., σ. 61 και 421. Ο μονοφυσιτισμός ζει και ακμάζει μέχρι σήμερα στα αραβικά και αρμενικά έθνη. Αρνείται την ανθρώπινη φύση του Χριστού μετά την ανάσταση και λέει γι’ αυτήν ότι εξαφανίστηκε, διότι απορροφήθηκε από τη Θεία.  Ιδρυτής της αιρέσεως ήταν ο Ευτυχής, ηγούμενος κάποιας μονής στην Κωνσταντινούπολη, πρώην μαθητής του Κυρίλλου Αλεξανδρείας (Δ΄-Ε΄αι.). Οι μονοφυσίτες αργότερα διασπάστηκαν σε πολλές μερίδες και όλοι μαζί σήμερα λέγονται μεταχαλκηδόνιοι. Ο Ευτυχής καταδικάστηκε μαζί με το Διόσκορο Αλεξανδρείας από τη σύνοδο της Εφέσου το 449· Βλ. Σιαμάκη Κ., Τόμος Χαράς. σ. 191-2· Του αυτού, Μελέτες, 8,213-5.

3. Ο Άρειος και οι οπαδοί του αρειανοί, αρνούνται τη θεότητα του Χριστού και είναι γνωστοί ως θεομάχοι και χριστομάχοι. Η αίρεση καταδικάστηκε από την Α΄οικουμενική σύνοδο (325). Πρόεδρος της συνόδου ήταν ο Ευστάθιος Αντιοχείας, ενώ κύριο πρόσωπο ο Μέγας Αθανάσιος. Από τα πρακτικά σώζονται λίγα μόνο λείψανα και ο όρος αρειανοί (Mansi 2,665-8), και 20 κανόνες, που εκτίθενται στο Συνοδικόν (= Πηδάλιον), αμέσως μετά τους λεγομένους αποστολικούς. Αργότερα οι αρειανοί διαιρέθηκαν σε ανομοίους (σκληρούς) και ομοουσιανούς (ψευδορθόδοξους) και σε άλλες μερίδες. Ο αρειανισμός δεν επέζησε. Κυριότεροι εκπρόσωποί τους στις κακοδοξίες σήμερα  είναι οι λεγόμενοι μάρτυρες του Ιεχωβά ή χιλιασταί· Βλ. Του αυτού, Τόμος Χαράς. σ. 191.

4. Κάποιοι κακόπιστοι συνηθίζουν να ρωτούν με περιέργεια και ολιγοπιστία: «Τί έκανε ο Χριστός από την ηλικία των 12 ετών και μέχρι την ημέρα που βγήκε στο δημόσιο έργο του;» Απάντηση βλ. Του αυτού, Μελέτες 4,323.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *